Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα romantic poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα romantic poetry. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Μαΐ 2007

Selkies (Σέλκις)

Τα selkies, ή αλλιώς silkies ή selchies ή είναι γνωστά ακόμη και σαν roane (στα κέλτικα η φάλαινα), είναι μυθολογικά πλάσματα στην Ιρλανδική, Σκωτσέζικη κι Ισλανδική παράδοση, που μπορούν να μεταμορφωθούν από φώκιες σε ανθρώπους.
Ο μύθος έχει τις ρίζες του στα νησιά Orkney, που βρίσκονται 10 μίλια από τις βορειοανατολικές ακτές της Σκωτίας και πιστεύεται ότι κατοικούνται εδώ και 5,500 χιλιάδες χρόνια. Η αρχαιότερη καταγραφή των νησιών είναι από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο που τα ονομάζει Ορκάδες (Orcades). Όπου orc σημαίνει το μικρό γουρούνι ή αγριογούρουνο. Όταν οι Νορβηγοί Βίκινγκ κατέκτησαν τα νησιά τον ένατο αιώνα άλλαξαν την λέξη orc με την αρχαία νορβηγική λέξη orkn που σημαίνει φώκια. Το πρόθεμα ey σημαίνει νησί. Στα νησιά Orkney, selk(ie) ή selch σημαίνει φώκια στα σκωτσέζικα από το αρχαιοαγγλικό seolh.





Ο μύθος των σέλκις μας μιλάει για πλάσματα που μεταμορφώνονται από φώκιες σε άνδρες ή γυναίκες βγάζοντας το τομάρι φώκιας που φοράνε κι όταν το ξαναβάζουν επιστρέφουν στη μορφή φώκιας που είχανε πριν. Οι ιστορίες των σέλκις αποτελούνε ρομαντικές τραγωδίες, όπου ένα σέλκι συνδέεται ερωτικά με έναν άνθρωπο. Μερικές φορές ο άνθρωπος δεν γνωρίζει ότι ο σύντροφός του είναι σέλκι και κάποια μέρα ξυπνάει για να μην ξαναδεί τον σύντροφό του ποτέ. Άλλες φορές ο άνθρωπος κρύβει το τομάρι της φώκιας του σέλκι, για να αποτρέψουν το σέλκι να μεταμορφωθεί πάλι σε φώκια και να φύγει. Ένα σέλκι μπορεί να συναντηθεί μονάχα με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο και για ένα μικρό χρονικό διάστημα πρωτού επιστρέψει στην θάλασσα. Δεν μπορούν να ξανασυναντηθούν με τον άνθρωπο αυτόν παρά μόνο αφού περάσουν επτά χρόνια, εκτός κι αν αυτός τους κλέψει το τομάρι και το κρύψει ή το κάψει.

Οι άνδρες σέλκις είναι πολύ όμορφοι στην ανθρώπινη μορφή τους και μπορούν να σαγηνεύσουν πολύ εύκολα τις ανθρώπινες γυναίκες. Συνήθως, αναζητούν γυναίκες που είναι ανικανοποίητες με την συναισθηματική τους ζωή. Παντρεμένες γυναίκες που περιμένουν τους συζύγους τους να επιστρέψουν από το ψάρεμα. Εάν μια γυναίκα επιθυμεί να συναντήσει έναν αρσενικό σέλκι τότε θα πρέπει να πάει στις ακτές της θάλασσας και να χύσει εφτά δάκρυα στα νερά της.


Άποψη από τον κόλπο Kirkwall από τις νήσους Orkney



Αν ένας άνδρας κλέψει το τομάρι από μια γυναίκα σέλκι, αυτή θα βρεθεί υπό την κυριαρχία του – μέχρι ενός ορίου – και θα αναγκαστεί να γίνει γυναίκα του. Λέγεται ότι οι γυναίκες σέλκις γίνονται άριστες σύζυγοι, μα επειδή η πραγματική τους φύση είναι η θάλασσα θα τις δεις πολλές φορές να κοιτάνε την θάλασσα για πολλές ώρες. Κι αν βρει το χαμένο της τομάρι φώκιας, τότε θα επιστρέψει αμέσως στην θάλασσα.

Το παρακάτω παραδοσιακό τραγούδι, απ’ το αρχείο του γνωστού μουσικολόγου Frances J. Child (1825-1896), έχει τις ρίζες του στο νησί Orkney κι απαντάται σε δύο εκδοχές. Ονομάζεται The Great Silkie of Sule Skerry κι είναι γνωστό ανάμεσα στους μουσικολόγους ως Child Ballad #113. Εδώ μετέφρασα την μία εκδοχή.


Το Μέγα Σίλκι απ’ το Σουλ το Ξερονήσι
(1η εκδοχή)

Το Σίλκι είναι παράξενο πλάσμα
Αναδύεται για ν ‘αλλάξει απ’ την θάλασσα
Σε έναν άνδρα, απόκοσμος καθώς είναι,
Όταν σπίτι του, στο Σουλ το Ξερονήσι είναι.

Όταν είναι άνδρας, μια γυναίκα σαγηνεύει
Όταν είναι κτήνος, την ζωή της παίρνει.
Δέσποινες, φυλαχτείτε από εκείνον που είναι –
Ένα σίλκι που από το Σουλ το Ξερονήσι ήρθε.

Τον έρωτά του πρόθυμα τον δέχονται,
Μα αφού κάνουνε έρωτα και θα κοιμηθούν,
Ποιος είναι το τέρας που αντικρύζουν;
Ειν’ το σίλκι που ‘ρθε απ’ το Ξερονήσι Σουλ

Μια παρθένα από τις Ορκάδες νήσους,
Ένας στόχος για την γοητεία του, τα χαμόγελά του,
Ανυπόμονη για έρωτα, μα ανόητη δεν ήταν,
Γνώριζε το μυστικό του Σουλ του Ξερονησιού.

Κι έτσι, όταν το σίλκι φίλησε την κοπελιά,
Έτριψε τον λαιμό του με χόρτο από την Ορκάδα,
Αυτό είχε όπως καταλαβαίνετε, την ικανότητα την μαγική –
Να σκοτώσει το κτήνος απ’ το Σουλ το ξερο νησί.



Σύγχρονος χάρτης των νήσων Orkney. Το Ξερονήσι, Σουλ βρίσκεται μακρυά στα δυτικά των νήσων. Δεν φαίνεται στον χάρτη.


Ο μύθος των Σέλκις πιστεύεται ότι οφείλεται σε Φιλανδούς, που ταξιδεύανε με καγιάκ και φοράγανε δέρματα από φώκιες.
Τα Σέλκις στις καταχωρήσεις του καθηγητή Child είναι γνωστά κι ως Finns.

Ο μύθος των σέλκις μας φέρνει στο μυαλό τις τοπικές μας δοξασίες για τις νεράιδες. Όπου αν κάποιος καταφέρει να κλέψει το μαντήλι από μια νεράιδα, όταν αυτή θα το έχει βγάλει για να παίξει με τις αδελφές της σε ένα ποτάμι ή στέρνα ή λίμνη, τότε θα την κάνει γυναίκα του. Ιστορίες που τελειώνουν με παρόμοιους τρόπους όπως οι ιστορίες με τα σέλκις. Ρομαντικές τραγωδίες δηλαδή, με τον τελικό αποχωρισμό του παράξενου ζευγαριού.
Όμως αν ανατρέξουμε σε διάφορες παραδόσεις ανά τον κόσμο θα δούμε παρόμοιες παραδόσεις ανά τους λαούς.

6 Μαΐ 2007

To The Moon / Στο Φεγγάρι - Shelley (1792-1822)

To the Moon

I

ART thou pale for weariness
Of climbing heaven and gazing on the earth,
Wandering companionless
Among the stars that have a different birth, -
And ever changing, like a joyless eye
That finds no object worth its constancy?


II

Thou chosen sister of the Spirit,
That gazes on thee till in thee it pities...



Στο Φεγγάρι

Ι

ΕΙΣΑΙ συ χλωμή από κούραση
Καθώς σκαρφαλώνεις τα ουράνια κι ατενίζεις την γη,
Περιπλανώμενη ασυνόδευτη
Ανάμεσα στα άστρα που έχουν γέννηση αλλιώτικη, -
Και συνεχώς αλλάζεις, σαν δυστυχισμένο μάτι
Που δεν βρίσκει κάτι που να αξίζει την αφοσίωσή σου;

ΙΙ

Εσύ εκλεκτή του Πνεύματος αδελφή,
Που ατενίζει πάνω σου μέχρι να σε λυπηθεί...


Percy Brysshe Shelley (1772-1822)

31 Μαρ 2007

Women, Wine, and Snuff - Γυναίκες, Κρασί, και Ταμπάκο (John Keats)

Ποίημα του John Keats από την συλλογή ποιημάτων του, Posthumous and Fugitive Poems που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο του.


Women, Wine, and Snuff

Give me women, wine and snuff
Until I cry out «hold, enough!»
You may do so sans objection
Till the day of resurrection;
For bless my beard they aye shall be
My beloved Trinity.


Γυναίκες, Κρασί, και Ταμπάκο

Δώστε μου γυναίκες, κρασί και ταμπάκο
Μέχρι να ουρλιάξω «Φτάνει, όχι άλλο!»
Έτσι να κάνετε χωρίς αντίρρηση
Μέχρι να ‘ρθει η μέρα της ανάστασης·
Μα το βλογημένο μου γένι αυτά θα είναι πάντα
Η πολυαγαπημένη μου Τριάδα.

17 Δεκ 2006

Αφιέρωση στον Leigh Hunt, Esq. - Dedication to Leigh Hunt, Esq. (John Keats)

Dedication
TO LEIGH HUNT, ESQ.

Glory and loveliness have pass’d away;
For if we wander out in early morn,
No wreathed incense do we see upborne
Into the east, to meet the smiling day:
No crowd of nymphs soft voic’d and young, and gay,
In woven baskets bringing ears of corn,
Roses, and pinks, and violets, to adorn
The shrine of Flora in her early May.
But there are left delights as high as these,
And I shall ever bless my destiny,
That in a time, when under pleasant trees
Pan is no longer sought, I feel a free,
A leafy luxury, seeing I could please
With these poor offerings, a man like thee.


ΑΦΙΕΡΩΣΗ
ΣΤΟΝ LEIGH HUNT, ESQ.

Η δόξα και η απόλαυση έχουνε πεθάνει,
Γιατί αν πλανηθούμε την νεαρή αυγή,
Στεφανωμένο θυμίαμα δε βλέπουμε να αναγεννεί
Στην ανατολή, να συναντήσει τη μέρα που χαμογελάει:
Δίχως νύμφες νέες, με απαλές φωνές, πλήθος που γελάει,
Σε ξύλινα καλάθια στάχυα σιτηρών να κουβαλεί,
Τριαντάφυλλα, και γαρύφαλλα, και βιολέτες, να κοσμεί
Το ναό της Φλώρας στις αρχές του Μάη.
Αλλά αφήνουν τέρψεις μεγάλες σαν αυτή
Και πάντα θα ευλογώ την ειμαρμένη,
Ώστε κάποτε, όταν κάτω από ευχάριστα δέντρα
Ο Πάνας άλλο δεν θα τριγυρνά, θα νιώσω μια ελευθέρα,
Φυλλωτή απόλαυση, νιώθοντας ευτυχισμένα
Με αυτές τις φτωχές προσφορές, ένας άντρας σαν εσένα.

29 Νοε 2006

La Belle Dame Sans Merci (John Keats)

La Belle Dame Sans Merci


I

Ah, what can ail thee, wretched wight,
Alone and palely loitering?
The sedge is withered from the lake,
And no birds sing.

II

Ah, what can ail thee, wretched wight,
So haggard and so woe-begone
The squirrel's granary is full,
And the harvest's done.

III

I see a lily on thy brow
With anguish moist and fever dew,
And on thy cheek a fading rose
Fast withereth too.

IV

I met a lady in the meads,
Full beautiful, a faery's child:
Her hair was long, her foot was light,
And her eyes were wild.

V

I set her on my pacing steed,
And nothing else saw all day long;
For sideways would she lean, and sing
A faery's song.

VI

I made a garland for her head,
And bracelets too, and fragrant zone;
She looked at me as she did love,
And made sweet moan.

VII

She found me roots of relish sweet,
And honey wild, and manna dew,
And sure in language strange she said,
"I love thee true!"

VIII

She took me to her elfin grot,
And there she gazed and sighed deep,
And there I shut her wild, sad eyes--
So kissed to sleep.

IX

And there we slumbered on the moss,
And there I dreamed, ah! woe betide,
The latest dream I ever dreamed
On the cold hill side.

X

I saw pale kings, and princes too,
Pale warriors, death-pale were they all;
Who cried--"La belle Dame sans merci
Hath thee in thrall!"

XI

I saw their starved lips in the gloam,
With horrid warning gaped wide,
And I awoke and found me here,
On the cold hill side.

XII

And that is why I sojourn here,
Alone and palely loitering,
Though the sedge is withered from the lake,
And no birds sing.




La Belle Dame Sans Merci
(Η Ωραία Κυρία Χωρίς Οίκτο)


I

Αχ, τι μπορεί να πονά τόσο, άθλια ύπαρξη,
Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός;
Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη,
Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό.

II

Αχ, τι προκαλεί τόσο πόνο, άθλια ύπαρξη,
Τόσο ωχρός και τόσο δυστυχής
Η σιταποθήκη του σκίουρου είναι γεμάτη,
Και τελείωσε η συγκομιδή.

III

Βλέπω μια μαργαρίτα στο μέτωπό σου
Με υγρή αγωνία και πυρετώδη δροσιά,
Και στο μάγουλό σου ένα ξεθωριασμένο ρόδο
Που και αυτό γρήγορα εξασθενά

IV

Συνάντησα μια γυναίκα στα λειβάδια,
Γεμάτη ομορφιά, ένα παιδί νεράιδας:
Τα μαλλιά της ήσαν μακριά, τα πόδια της ήσαν ελαφριά,
Και τα μάτια της ήσαν άγρια.

V

Την ανέβασα στο άτι μου που περπατούσε
Και τίποτ’ άλλο δεν είδα όλη μέρα.
Στα πλάγια έγερνε, και τραγουδούσε
Τραγούδια από αερικά φτιαγμένα.

VI

Έφτιαξα ένα στεφάνι για το κεφάλι της,
Και βραχιόλια και μια ζώνη ακόμα, όλα ευωδιαστά.
Με κοίταξε λες κι έκανε έρωτα,
Και αναστέναζε γλυκά

VII

Μου βρήκε ρίζες γλυκειάς νοστιμιάς,
Και άγριο μέλι, και μάννα δροσερό
Και σίγουρα σε παράξενη γλώσσα είπε,
«Αληθινά σε αγαπώ!»

VIII

Με πήρε στην ξωτική σπηλιά της,
Και εκεί ατενίζοντας βαθιά αναστέναξε,
Και εκεί έκλεισα τα άγρια, θλιμμένα της μάτια
Φιλώντας την για να κοιμηθεί.

IX

Και εκεί μισοκοιμηθήκαμε στα βρύα
Και εκεί ονειρεύτηκα, αχ! συφορά,
Το τελευταίο όνειρο που ονειρεύτηκα ποτέ
Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά.

X

Είδα χλωμούς βασιλιάδες, και πρίγκιπες ακόμα,
Χλωμούς πολεμιστές, χλωμοί ήσαν όλοι σα τον χάρο
Που ουρλιάξανε – «La Belle Dame sans merci
Έχει εσένα σκλάβο!»

XI

Είδα τα πεινασμένα τους χείλη στο λυκόφως,
Προειδοποίηση φριχτή έχασκε πλατιά,
Και ξύπνησα και με βρήκα εδώ,
Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά

XII

Και γι’ αυτό παραμένω εδώ,
Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός,
Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη,
Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό.

28 Νοε 2006

Τζον Κιτς (1795 - 1821)

«Πιστεύω πως θα είμαι ανάμεσα στους Άγγλους Ποιητές μετά τον θάνατό μου», προφήτεψε ο John Keats το 1818, καθώς ξεκίνησε να γράφει το ανομοιοκατάληκτο έπος του, Hyperion. Σήμερα, αποτελεί το αρχέτυπο της Ρομαντικής ιδιοφυίας που εξερεύνησε τα όρια της φαντασίας και γιόρτασε τις απολαύσεις των αισθήσεων αλλά είχε έναν τραγικό, πρόωρο θάνατο.

Ο Edmund Wilson τον υπολόγισε σαν «έναν από τους έξι μεγαλύτερους Άγγλους συγγραφείς», και ο T.S.Elliot έπλεξε το εγκώμιο στην Σαιξπηρική ποιότητα της μεγαλοσύνης του. Πραγματικά, το έργο του επέζησε καλύτερα από των άλλων συναδέλφων του κατά την υποτίμηση της Ρομαντικής ποίησης, στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Διάσημα ανάμεσα στα έργα του, τα Λάμια, Ιζαμπέλλα και το Η Παραμονή της Αγίας Αγνής, τα σονέτα και οι οδές του, η αλιγορική εποποιία Endymion, και η ποιητική τραγωδία σε πέντε πράξεις. Otho the Great. Ακόμη από τα διάσημα μεταθανάτια, το αποσμασματικό Η Παραμονή του Αγίου Μάρκου, και το υπέροχο La Belle Dame Sans Merci, πιθανόν η πιο διακεκριμμένη λογοτεχνικά μπαλάντα γραμμένη στα αγγλικά. «Κανείς άλλος στην Αγγλική ποίηση, εκτός απ’ τον Σαίξπηρ, έχει στην έκφρασή του, την εξαιρετικά ενδιαφέρον ευτυχία του Keats, την διάσθησή του για την απόλαυση», είπε ο Μάθιου Άρνολντ, «στην ικανότητα της νατουραλιστικής ερμηνείας, σε αυτό που λέμε φυσική μαγεία, τοποθετείται μαζί με τον Σαίξπηρ».



Τζον Κιτς (1795 - 1821)


Ο John Keats γεννήθηκε στο Λονδίνο, σε ένα διαμέρισμα που επικοινωνούσε με τον ενοικιαζόμενο στάβλο του παππού του, στο πανδοχείο Κύκνος και Στεφάνι (Swan & Hoop Inn), στις 31 Οκτωβρίου του 1795. Ήταν ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέρφια του, το ένα από τα οποία πέθανε σε μικρή ηλικία. Ο πατέρας του, Thomas Keats εργαζόταν ως αρχι-οικονόμος στο πανδοχείο κι η οικογένεια ευημερούσε. Ο John ήταν μόλις οχτώ ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε σε ατύχημα ιππασίας. Τον επόμενο χρόνο, το 1805. ο παππούς του Keats πεθαίνει κι απομένει μονάχα η μητέρα του, Frances Jennings Keats, να φροντίζει για την οικογένειά της. Όταν ο μελλοντικός ποιητής ήταν δεκατεσσάρων, η μητέρα του (μετά από έναν αποτυχημένο γάμο) πέθανε από φυματίωση. Ωστόσο, ο Keats έλαβε ελευθερόφρονα παιδεία στο προοδευτικό σχολείο του Clarke, μια ιδιωτική ακαδημία στο χωριό του Enfield, δώδεκα μίλια νότια του Λονδίνου, που για οχτώ χρόνια σπούδασε αγγλική φιλολογία, μοντέρνες γλώσσες, και λατινικά. (Είχε αρχίσει να μεταφράζει το Aeneid, του Βιργίλιου, όταν ήταν ακόμα στο σχολείο.) Ο Charles Cowden Clarke, ο γιος του διευθυντή κι ιδιοκτήτη, τον θυμόταν σαν έναν ανήσυχο νέο που έκανε φίλους εύκολα και πολεμούσε παθιασμένα, όταν κάποιος τους απειλούσε. Ένας συμμαθητής και φίλος του θυμούμενος το καβγατζίδικο πνεύμα του μας λέει, πως «ο Keats δεν ήταν προσκολλημένος σε βιβλία στη παιδική του ηλικία. Είχε κλίση προς του καβγάδες. Θα καβγάδιζε με τον καθέναν.» Ο αδερφός του, George Keats θα κάνει λόγο για το ΄΄νευρικό, και νοσηρό ταμπεραμέντο του΄΄ αδερφού του (ίσως οφειλότανε σε κάποιο κόμπλεξ εξαιτίας του ύψους του – «Φτωχέ μικρέ Johnny Keats» ήταν και μετά βίας πέντε πόδια ψηλός) κι ακόμη ότι ήταν και ΄΄κομματάκι υποχόνδριος΄΄. Πραγματικά, ο Keats γράφει για τον εαυτό του: «Το μυαλό μου ήταν το πιο δυσαρεστημένο και ανήσυχο που τοποθετήθηκε ποτέ σε σώμα τόσο μικρό για αυτό.

Το 1811 ο Keats αφήνει το σχολείο του Clarke για να γίνει μαθητευόμενος χειρούργου – πρώτα στο φαρμακείο του Thomas Hammond σε μια μικρή πόλη κοντά στο Enfield και αργότερα στο Λονδίνο στο νοσοκομείο Guy. (Η χειρουργική θα γινότανε ένα αξιοσέβαστο και αξιόλογο κάλεσμα για κάποιον με τους σκοπούς του Keats: εκτός από το επάγγελμα της ιατρικής, δε χρειαζότανε πανεπιστημιακό βαθμό. Ακόμα περισσότερο, ο Keats πάντα ανέφερε ότι ήταν ΄΄φιλόδοξος, στο να κάνει στον κόσμο κάποιο καλό.΄΄) Κατά τη διάρκεια των πενταετών σπουδών του για το δίπλωμα, ο νεαρός μαθητευόμενος ολοκλήρωσε τη μετάφραση του Aeneid και ΄΄καταβρόχθησε παρά διάβασε΄΄ το Metamorphoses του Ovid, to Paradise Lost του Milton, κι άλλα βιβλία, που δανείστηκε από το σχολείο του Clarke. Αλλά το έργο που αποφασιστικά ξύπνησε την αγάπη του για τη ποίηση – τον ταρακούνησε αναπάντεχα μέσα από μια κρίση αυτογνωσίας κάνοντάς τον να διαπιστώσει τα δικά του αποθέματα φαντασίας – ήταν το Faerie Queene του Edmund Spenser. Σε κάποια στιγμή το 1814 ο Keats συνέθεσε το πρώτο ποίημά του, ΄΄Μιμούμενος τον Spenser΄΄. Αν και για τους ιατρούς συναδέλφους ήταν ένας ΄΄άεργος πεινασμένος άνθρωπος, που πάντα γράφει ποίηση΄΄, ο Keats πέρασε τις εξετάσεις για φαρμακοποιός, που του επέτρεψαν να σπουδάσει χειρούργος στις 25 Ιουλίου, του 1816.
Εν τω μεταξύ, η ποιητική του ιδιοφυΐα είχε αναγνωρισθεί και παροτρυνόταν από φίλους, όπως τον Charles Cowden Clarke και τoν J. H. Reynolds, και τον Οκτώβριο του 1816 ο Clarke τον σύστησε στον Leigh Hunt, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης του Examiner, το πιο γνωστό απελευθερωτικό ημερήσιο περιοδικό, το οποίο σύντομα έκδωσε τη σονέτα του Keats “O Solitude”. Πέντε μήνες αργότερα, στις 3 Μαρτίου του 1817, η πρώτη του ποιητική συλλογή, Poems, κυκλοφόρησε. Παρά τις υψηλές ελπίδες του κύκλου του Hunt, ήταν μια αποτυχία. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, ο Keats έμενε με τον Benjamin Bailey, φοιτητή στην Οξφόρδη στο κολέγιο Μαγδαληνή. Όταν ο Bailey έδινε εξετάσεις, ο Keats δούλεψε πάνω στο Endymion, την ρομαντική αλληγορία των τεσσάρων χιλιάδων στίχων. Οι δυο τους διαβάσανε και συζητήσανε Wordsword, Hazlitt, Milton, Dante, και Shakespeare. Πίσω στο Λονδίνο, τις 22 Νοεμβρίου, του 1817, ο Keats έγραψε στον Bailey τη πρώτη από τις διάσημες επιστολές του σε φιλικά πρόσωπα (και συγγενείς) με καλαισθησία, τον κοινωνικό ρόλο της ποίησης, και της δικιάς του αίσθησης της ποιητικής του αποστολής. Σπάνια ένας ποιητής άφησε ένα τόσο αξιοσημείωτο μέρος από τις σκέψεις του στη καριέρα του και στη σχέση του με την ιστορία της ποίησης. (Τα γράμματα επίσης αποκαλύπτουν την έκπληκτη ταχύτητα με την οποία ο Keats ωρίμασε σα καλλιτέχνης.) Από τη στιγμή που εκδόθηκε το Endymion, τον Απρίλιο του 1818, το όνομα του Keats ταυτίσθηκε με το “Cockney School” του Hunt. Το περιοδικό Magazine του Tory Blackwood, έλαβε μια βίαιη επίθεση κατά του Keats που τον κατηγορούσε ως ¨αμαθή και ακαθόριστο υποκριτή¨ για τη κουλτούρα και δεν είχε κανένα δικαίωμα να φιλοδοξεί από τη ποίηση.

Παρόλο που οι αντιδράσεις των κριτικών για το Endymion υπήρξαν διάσημες για τη θηριωδίες τους, ο νεαρός ραψωδός λίγο δυσφημίστηκε από αυτές – παρά τον διάσημο σαρκασμό του Byron ότι ο Keats ``σβήστηκε από ένα άρθρο``, η αλήθεια ήταν, ότι μπήκε σε μία περίοδο εκπληκτικής απόδοσης. Ίσως την πιο αποδοτική περίοδο δημιουργικότητας που πέτυχε ποτέ άγγλος ποιητής. Το καλοκαίρι του 1818, ο Keats ταξίδεψε στη Σκωτία με τον Charles Brown, παγκόσμια γνωστό επιχειρηματία που ήταν ένας από τους πιο πιστούς του φίλους. Εκεί υποσχέθηκε: «Εδώ, θα μάθω ποίηση και στο εξής θα γράφω περισσότερο από ποτέ.» Εκείνο το φθινόπωρο άρχισε να συνθέτει το Hyperion, η μίμησή του και η πρόκληση ενάντια στο Paradise Lost του Milton. Ακόμα και οι κριτικοί είδαν το έργο του σα ένα ανώτερο επίτευγμα. Το Δεκέμβριο, μετά το θάνατο του αδερφού του Tom από φυματίωση, ο Keats πηγαίνει να ζήσει με τον Charles Brown στο Wentworth Place, στο Hampstead. Εκεί, σχεδόν αντίθετα με το χαρακτήρα του, ο νεαρός ποιητής ερωτεύεται την Fanny Brown, τη δεκαοχτάχρονη κόρη μιας χείρας γειτόνισσας του. Ένα χρόνο μετά αρραβωνιάζονται. Το 1989 ο Keats γράφει το “Η Παραμονή της Αγίας Άννης”, “La Belle Dame Sans Merci”, τις μεγαλύτερες ωδές, τη Lamia, το όραμα όνειρο του Δάντη The Fall Of Hyperion (Η Πτώση του Υπέρ), και τη τραγωδία πέντε πράξεων Onto The Great (γραμμένη σε συνεργασία με τον Brown).
Στις 3 Φεβρουαρίου, το 1820, ο Keats έπαθε πνευμονική αιμορραγία που ήταν ένα πρώιμο στάδιο φυματίωσης. Γρήγορα έσπασε τους αρραβώνες και ξεκίνησε αυτό που έλεγε “μεταθανάτια ύπαρξη”. Η καριέρα του σα ποιητής τελείωσε δραστικά, παρόλο τον τόμο Lamia, Isabela, The Eve Of St. Agnes, and Other Poems, περιέχοντας το κύριο μέρος των πιστεύω του Keats για την αθανασία, που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο. Σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να αναρρώσει σε ένα καλύτερο κλίμα, ο Keats ταξίδεψε με πλοίο για την Ιταλία το Σεπτέμβριο συντροφευμένος με τον ζωγράφο φίλο του Joseph Severn. Απορρίπτοντας την πρόκληση της Shelley να μείνει μαζί της στη Πίζα, οι δυο τους έφτασαν στη Ρώμη στις 15 Νοεμβρίου και νοίκιασαν δωμάτια που κοίταζαν τη Piazza di Spagna. Ο John Keats πέθανε στη Ρώμη τη νύχτα στις 23 Φλεβάρη του 1821, και θάφτηκε εκεί στις 26 Φλεβάρη στο Προτεσταντικό Νεκροταφείο. Στο νεκροκρέβατο ο Keats ζήτησε να μη γραφεί όνομα στον τάφο του, μόνο τα λόγια “Ενδάθε κοίται αυτός που το όνομα του είναι γραμμένο στο νερό“.


Το κείμενο είναι από το: The Complete Poems of John Keats, New York 1994, Modern Library Editions.


Ποιήματα του John Keats που έχουν μεταφραστεί στο παρών μπλογκ: