Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

13 Μαΐ 2007

Selkies (Σέλκις)

Τα selkies, ή αλλιώς silkies ή selchies ή είναι γνωστά ακόμη και σαν roane (στα κέλτικα η φάλαινα), είναι μυθολογικά πλάσματα στην Ιρλανδική, Σκωτσέζικη κι Ισλανδική παράδοση, που μπορούν να μεταμορφωθούν από φώκιες σε ανθρώπους.
Ο μύθος έχει τις ρίζες του στα νησιά Orkney, που βρίσκονται 10 μίλια από τις βορειοανατολικές ακτές της Σκωτίας και πιστεύεται ότι κατοικούνται εδώ και 5,500 χιλιάδες χρόνια. Η αρχαιότερη καταγραφή των νησιών είναι από τον Κλαύδιο Πτολεμαίο που τα ονομάζει Ορκάδες (Orcades). Όπου orc σημαίνει το μικρό γουρούνι ή αγριογούρουνο. Όταν οι Νορβηγοί Βίκινγκ κατέκτησαν τα νησιά τον ένατο αιώνα άλλαξαν την λέξη orc με την αρχαία νορβηγική λέξη orkn που σημαίνει φώκια. Το πρόθεμα ey σημαίνει νησί. Στα νησιά Orkney, selk(ie) ή selch σημαίνει φώκια στα σκωτσέζικα από το αρχαιοαγγλικό seolh.





Ο μύθος των σέλκις μας μιλάει για πλάσματα που μεταμορφώνονται από φώκιες σε άνδρες ή γυναίκες βγάζοντας το τομάρι φώκιας που φοράνε κι όταν το ξαναβάζουν επιστρέφουν στη μορφή φώκιας που είχανε πριν. Οι ιστορίες των σέλκις αποτελούνε ρομαντικές τραγωδίες, όπου ένα σέλκι συνδέεται ερωτικά με έναν άνθρωπο. Μερικές φορές ο άνθρωπος δεν γνωρίζει ότι ο σύντροφός του είναι σέλκι και κάποια μέρα ξυπνάει για να μην ξαναδεί τον σύντροφό του ποτέ. Άλλες φορές ο άνθρωπος κρύβει το τομάρι της φώκιας του σέλκι, για να αποτρέψουν το σέλκι να μεταμορφωθεί πάλι σε φώκια και να φύγει. Ένα σέλκι μπορεί να συναντηθεί μονάχα με έναν συγκεκριμένο άνθρωπο και για ένα μικρό χρονικό διάστημα πρωτού επιστρέψει στην θάλασσα. Δεν μπορούν να ξανασυναντηθούν με τον άνθρωπο αυτόν παρά μόνο αφού περάσουν επτά χρόνια, εκτός κι αν αυτός τους κλέψει το τομάρι και το κρύψει ή το κάψει.

Οι άνδρες σέλκις είναι πολύ όμορφοι στην ανθρώπινη μορφή τους και μπορούν να σαγηνεύσουν πολύ εύκολα τις ανθρώπινες γυναίκες. Συνήθως, αναζητούν γυναίκες που είναι ανικανοποίητες με την συναισθηματική τους ζωή. Παντρεμένες γυναίκες που περιμένουν τους συζύγους τους να επιστρέψουν από το ψάρεμα. Εάν μια γυναίκα επιθυμεί να συναντήσει έναν αρσενικό σέλκι τότε θα πρέπει να πάει στις ακτές της θάλασσας και να χύσει εφτά δάκρυα στα νερά της.


Άποψη από τον κόλπο Kirkwall από τις νήσους Orkney



Αν ένας άνδρας κλέψει το τομάρι από μια γυναίκα σέλκι, αυτή θα βρεθεί υπό την κυριαρχία του – μέχρι ενός ορίου – και θα αναγκαστεί να γίνει γυναίκα του. Λέγεται ότι οι γυναίκες σέλκις γίνονται άριστες σύζυγοι, μα επειδή η πραγματική τους φύση είναι η θάλασσα θα τις δεις πολλές φορές να κοιτάνε την θάλασσα για πολλές ώρες. Κι αν βρει το χαμένο της τομάρι φώκιας, τότε θα επιστρέψει αμέσως στην θάλασσα.

Το παρακάτω παραδοσιακό τραγούδι, απ’ το αρχείο του γνωστού μουσικολόγου Frances J. Child (1825-1896), έχει τις ρίζες του στο νησί Orkney κι απαντάται σε δύο εκδοχές. Ονομάζεται The Great Silkie of Sule Skerry κι είναι γνωστό ανάμεσα στους μουσικολόγους ως Child Ballad #113. Εδώ μετέφρασα την μία εκδοχή.


Το Μέγα Σίλκι απ’ το Σουλ το Ξερονήσι
(1η εκδοχή)

Το Σίλκι είναι παράξενο πλάσμα
Αναδύεται για ν ‘αλλάξει απ’ την θάλασσα
Σε έναν άνδρα, απόκοσμος καθώς είναι,
Όταν σπίτι του, στο Σουλ το Ξερονήσι είναι.

Όταν είναι άνδρας, μια γυναίκα σαγηνεύει
Όταν είναι κτήνος, την ζωή της παίρνει.
Δέσποινες, φυλαχτείτε από εκείνον που είναι –
Ένα σίλκι που από το Σουλ το Ξερονήσι ήρθε.

Τον έρωτά του πρόθυμα τον δέχονται,
Μα αφού κάνουνε έρωτα και θα κοιμηθούν,
Ποιος είναι το τέρας που αντικρύζουν;
Ειν’ το σίλκι που ‘ρθε απ’ το Ξερονήσι Σουλ

Μια παρθένα από τις Ορκάδες νήσους,
Ένας στόχος για την γοητεία του, τα χαμόγελά του,
Ανυπόμονη για έρωτα, μα ανόητη δεν ήταν,
Γνώριζε το μυστικό του Σουλ του Ξερονησιού.

Κι έτσι, όταν το σίλκι φίλησε την κοπελιά,
Έτριψε τον λαιμό του με χόρτο από την Ορκάδα,
Αυτό είχε όπως καταλαβαίνετε, την ικανότητα την μαγική –
Να σκοτώσει το κτήνος απ’ το Σουλ το ξερο νησί.



Σύγχρονος χάρτης των νήσων Orkney. Το Ξερονήσι, Σουλ βρίσκεται μακρυά στα δυτικά των νήσων. Δεν φαίνεται στον χάρτη.


Ο μύθος των Σέλκις πιστεύεται ότι οφείλεται σε Φιλανδούς, που ταξιδεύανε με καγιάκ και φοράγανε δέρματα από φώκιες.
Τα Σέλκις στις καταχωρήσεις του καθηγητή Child είναι γνωστά κι ως Finns.

Ο μύθος των σέλκις μας φέρνει στο μυαλό τις τοπικές μας δοξασίες για τις νεράιδες. Όπου αν κάποιος καταφέρει να κλέψει το μαντήλι από μια νεράιδα, όταν αυτή θα το έχει βγάλει για να παίξει με τις αδελφές της σε ένα ποτάμι ή στέρνα ή λίμνη, τότε θα την κάνει γυναίκα του. Ιστορίες που τελειώνουν με παρόμοιους τρόπους όπως οι ιστορίες με τα σέλκις. Ρομαντικές τραγωδίες δηλαδή, με τον τελικό αποχωρισμό του παράξενου ζευγαριού.
Όμως αν ανατρέξουμε σε διάφορες παραδόσεις ανά τον κόσμο θα δούμε παρόμοιες παραδόσεις ανά τους λαούς.

6 Μαΐ 2007

To The Moon / Στο Φεγγάρι - Shelley (1792-1822)

To the Moon

I

ART thou pale for weariness
Of climbing heaven and gazing on the earth,
Wandering companionless
Among the stars that have a different birth, -
And ever changing, like a joyless eye
That finds no object worth its constancy?


II

Thou chosen sister of the Spirit,
That gazes on thee till in thee it pities...



Στο Φεγγάρι

Ι

ΕΙΣΑΙ συ χλωμή από κούραση
Καθώς σκαρφαλώνεις τα ουράνια κι ατενίζεις την γη,
Περιπλανώμενη ασυνόδευτη
Ανάμεσα στα άστρα που έχουν γέννηση αλλιώτικη, -
Και συνεχώς αλλάζεις, σαν δυστυχισμένο μάτι
Που δεν βρίσκει κάτι που να αξίζει την αφοσίωσή σου;

ΙΙ

Εσύ εκλεκτή του Πνεύματος αδελφή,
Που ατενίζει πάνω σου μέχρι να σε λυπηθεί...


Percy Brysshe Shelley (1772-1822)

31 Μαρ 2007

Women, Wine, and Snuff - Γυναίκες, Κρασί, και Ταμπάκο (John Keats)

Ποίημα του John Keats από την συλλογή ποιημάτων του, Posthumous and Fugitive Poems που δημοσιεύτηκε μετά τον θάνατο του.


Women, Wine, and Snuff

Give me women, wine and snuff
Until I cry out «hold, enough!»
You may do so sans objection
Till the day of resurrection;
For bless my beard they aye shall be
My beloved Trinity.


Γυναίκες, Κρασί, και Ταμπάκο

Δώστε μου γυναίκες, κρασί και ταμπάκο
Μέχρι να ουρλιάξω «Φτάνει, όχι άλλο!»
Έτσι να κάνετε χωρίς αντίρρηση
Μέχρι να ‘ρθει η μέρα της ανάστασης·
Μα το βλογημένο μου γένι αυτά θα είναι πάντα
Η πολυαγαπημένη μου Τριάδα.

27 Μαρ 2007

H Μπύρα στη Σουμεριακή Μυθολογία

«Ήπιε μπύρα εφτά φορές,
Το πνεύμα του λύθηκε
Ανέκραξε με δυνατή φωνή
Το κορμί του γέμισε από ευεξία
Και το πρόσωπό του φωτίστηκε.»



Γράφει ο αρχαίος άγνωστος Σουμέριος ποιητής στο αρχαιότερο λογοτεχνικό έργο, στο Έπος του Γιλγαμές πριν από 4.000 χρόνια, περιγράφοντας τον επικείμενο φίλο του Γιλγαμές, Ενκιντού όταν αυτός μυείται στον πολιτισμό από την ιερόδουλη Σάμχατ.
Η μητέρα των θεών Αρούρου έπλασε τον Ενκιντού από πηλό για να αντιταχθεί στον Γιλγαμές έπειτα από προσευχές των υπηκόων του σκληρού Γιλγαμές, βασιλιά της Ουρούκ. Αφού ο πηλός ζωντάνεψε στο πρόσωπο του πρωτόγονου στην όψη και στο πνεύμα Ενκιντού, έπρεπε να ημερέψει. Αυτό έγινε στα χέρια της Σάμχατ για έξι μέρες κι επτά νύχτες.
Το Έπος του Γιλγαμές μιλάει για το πέρασμα του ανθρώπου από τον πρωτογονισμό στον πολιτισμό, μέρος του οποίου ήτανε κι η μπύρα. Έτσι, η μπύρα ήταν απαραίτητο συστατικό που έπρεπε να ποτίσει το σώμα του Ενκιντού, ώστε να μετατραπεί σε έναν πολιτισμένο άνθρωπο. Έτσι καθώς συνεχίζεται ο μύθος, ο Ενκιντού αντί να πολεμήσει τον Γιλγαμές, γίνεται ο καλύτερός του φίλος.
Η πρώτη απτή απόδειξη ότι οι Σουμέριοι κατείχαν πρώτοι το μυστικό της μπύρας είναι ένα κείμενο που λέγεται Ύμνος στην Νινκασί, αναφερόμενος σε μια γυναικεία θεότητα που παρασκεύαζε μπύρα για να την σερβίρει στους θεούς. Το κείμενο χρονολογείται γύρω στο 2.800 με 3.000 πχ.


Μερικές σημειώσεις για την κατανόηση του παρακάτω ποιήματος:
Οι λέξεις στις αγκύλες είναι λέξεις που δεν υπάρχουν στις πλάκες που σώζονται λόγω της κατάστασης της πλάκας ή που δεν φαίνονται λόγω φθοράς.
Το μπάπιρ, είναι σουμεριακός όρος για να περιγράψει ένα διπλοψημένο ψωμί από κριθάρι.
Μετέφρασα το ποίημα από την εκδοχή του Ιστιτούτου Ανατολικού Πολιτισμού του πανεπιστημίου του Σικάγου.
Στην παρακάτω φωτογραφία βλέπουμε δυο αρχαίες σουμεριακές πλάκες από τον Ύμνο στην Νινκασί.



Ύμνος στην Νινκασί

Γεννημένη από το τρεχούμενο νερό,
Με την φροντίδα της Νινσουρσάγκ,
Η Νινκασί, γεννήθηκε από το τρεχούμενο νερό,
Με την φροντίδα της Νινσουρσάγκ.
Ύδρύοντας την πόλη σας δίπλα από την ιερή λίμνη,
Τελείωσε τα μεγάλα τείχη της για σας,
Η Νινκασί, υδρύοντας την πόλη σας δίπλα από την ιερή λίμνη,
Τελείωσε τα μεγάλα τείχη της για σας.
Ο πατέρας σου είναι ο Ένκι, ο άρχοντας Ναντιμμάντ,
Η μητέρα σου είναι η Νίντι, η βασίλισσα των αμπζού.
Είσαι εκείνη που χειρίζεται την ζύμη [και]... με ένα μεγάλο φτυάρι,
Ανακατεύεις, σε έναν λάκο, το μπάπιρ με γλυκά αρωματικά.
Νινκασί, εσύ είσαι εκείνη που χειρίζεται την ζύμη [και]... με ένα μεγάλο φτυάρι,
Ανακατεύεις, σε έναν λάκο, το μπάπιρ με [ημερομηνία]-μέλι.
Εσύ είσαι εκείνη που ψήνει το μπάπιρ στον μεγάλο φούρνο,
Που βάζει στη σειρά τους ξεφλουδισμένους σπόρους σταριού.
Νινκασί, εσύ είσαι εκείνη που ψήνει το μπάπιρ στον μεγάλο φούρνο,
Που βάζει στη σειρά τους ξεφλουδισμένους καρπούς.
Εσύ είσαι εκείνη που μουσκεύει τη βύνη, την βαλμένη στο έδαφος,
Τα ευγενή σκυλιά κρατούν μακριά ακόμη και τους ηγεμόνες.
Νινκασί, εσύ είσαι εκείνη που μουσκεύει τη βύνη, την βαλμένη στο έδαφος,
Τα ευγενή σκυλιά κρατούν μακριά ακόμη και τους ηγεμόνες.
Εσύ είσαι εκείνη που ενυδατώνει τη βύνη σε ένα πιθάρι,
Τα κύματα σηκώνονται, τα κύματα πέφτουν.
Νινκασί, εσύ είσαι εκείνη που ενυδατώνει τη βύνη σε ένα πιθάρι,
Τα κύματα σηκώνονται, τα κύματα πέφτουν.
Εσύ είσαι εκείνη που απλώνει τον ψημμένο πολτό πάνω σε μεγάλα χαλιά από καλάμια,
Η ψυχραιμία υπερνικά...
Νινκασί, εσύ είσαι εκείνη που απλώνει τον ψημμένο πολτό πάνω σε μεγάλα χαλιά από καλάμια,
Η ψυχραιμία υπερνικά...
Εσύ είσαι εκείνη που κρατά με τα δυο της χέρια τα σπουδαία γλυκόχορτα,
Ψήνοντάς [το] με μέλι [και] κρασί...
Στο βαγένι της ζύμωσης, που κάνει έναν ευχάριστο ήχο,
Βάζεις κατάλληλα στην [κορυφή] ενός μεγάλου βαγενιού συλλέκτη,.
Νινκασί, στο βαγένι της ζύμωσης που κάνει έναν ευχάριστο ήχο,
Εσύ είσαι εκείνη που βάζει κατάλληλα στην [κορυφή] του μεγάλου βαγενιού συλλέκτη.
Όταν χύνεις έξω την φιλτραρισμένη μπύρα απ’το βαγένι,
Μοιάζει [σαν] την εισροή του Τίγρη και του Ευφράτη.
Νινκασί, εσύ είσαι εκείνη που όταν χύνεις έξω την φιλτραρισμένη μπύρα απ’το βαγένι,
Μοιάζει [σαν] την εισροή του Τίγρη και του Ευφράτη.

Το βαγένι γκακκούλ, το βαγένι γκακκούλ,
Το βαγένι γκακκούλ, το βαγένι λαμ-σα-ρε,
Το βαγένι γκακούλ, που κάνει το συκώτι χαρούμενο,
Το βαγένι λαμ-σα-ρε, που ευφραίνει καρδία,
Το πιθάρι ούγκουρ-μπαλ, ταιριαστό στο σπίτι
Το πιθάρι σα-γκουρ, που είναι γεμάτο μπύρα,
Το πιθάρι αμ-αμ, που μεταφέρει την μπύρα απ’ το βαγένι λαμ-σα-ρε...
Τα όμορφα δοχεία, είναι έτοιμα στις θέσεις [τους]!
Είθε η καρδιά του θεού σου να διατίθεται σωστά σε σένα!
Άσε το μάτι του βαγενιού γκακκούλ να γίνει η καρδιά μας!
Ότι κάνει την καρδιά σας να νιώθει όμορφα,
Κάνει [επίσης] την καρδιά μας να νιώθει όμορφα.
Το συκώτι μας είναι χαρούμενο, η καρδιά μας ευτυχισμένη.
Έκανες μια σπονδή στα όρια της μοίρας,
Έβαλες τα θεμέλια στην ειρήνη [και] στην ευημερία,
Είθε η Νινκασί να ζήσει μαζί με εσένα!
Άφησέ την να φτιάξει για σένα μπύρα [και] κρασί,
Άσε [την αφθονία] του γλυκού ποτού ν’ αντιλαλήσει ευχάριστα για σένα!
Μέσα στους... καλαμένιους κάδους έχει γλυκιά μπύρα,
Θα κάνω οινοχόους, αγόρια [και] ζυθοποιούς να περιμένουν,
Καθώς γυροφέρνω τον πλούτο της μπύρας,
Καθώς νιώθω υπέροχα, νιώθω υπέροχα,
Πίνοντας μπύρα, με ευτυχισμένη διάθεση,
Πίνοντας ποτό, νιώθοντας ιλαρότητα,
Με χαρά στην καρδιά [και] ευτυχισμένο συκώτι--
Καθώς η καρδιά μου είναι γεμάτη χαρά,
[Και] το ευτυχισμένο [μου] συκώτι] βάζω μια ενδυμασία ταιριαστή σε μια βασίλισσα
Η καρδιά της Ινάννα είναι χαρούμενη ξανά,
Η καρδιά της βασίλισσας του ουρανού είναι χαρούμενη ξανά!

Όταν οι Βαβυλώνιοι κατέκτησαν τους Σουμέριους, επηρεασμένοι από τον πολιτισμό τους, πήραν εκτός από την θρησκεία τους και την μπύρα τους. Ο Κώδικας του βασιλιά Χαμουραμπί, προέβλεπε μάλιστα και μια συγκεκριμένη ποσότητα που μπορούσε να καταναλώσει κάποιος σε μία ημέρα κι αυτό εξαρτιόταν από την κοινωνική του θέση. Την μικρότερη ποσότητα μπορούσε να καταναλώσει ένας απλός εργάτης και την περισσότερη ένας ιερέας (εδώ φαίνεται η δύναμη του κλήρου). Ήταν τόσο αυξημένη η παρασκευή μπύρας, που οι Βαβυλώνιοι άρχισαν να εξάγουν μεγάλες ποσότητες σε χώρες του αρχαίου κόσμου μεταξύ των οποίων και στην αρχαίο Αίγυπτο.

17 Δεκ 2006

Αφιέρωση στον Leigh Hunt, Esq. - Dedication to Leigh Hunt, Esq. (John Keats)

Dedication
TO LEIGH HUNT, ESQ.

Glory and loveliness have pass’d away;
For if we wander out in early morn,
No wreathed incense do we see upborne
Into the east, to meet the smiling day:
No crowd of nymphs soft voic’d and young, and gay,
In woven baskets bringing ears of corn,
Roses, and pinks, and violets, to adorn
The shrine of Flora in her early May.
But there are left delights as high as these,
And I shall ever bless my destiny,
That in a time, when under pleasant trees
Pan is no longer sought, I feel a free,
A leafy luxury, seeing I could please
With these poor offerings, a man like thee.


ΑΦΙΕΡΩΣΗ
ΣΤΟΝ LEIGH HUNT, ESQ.

Η δόξα και η απόλαυση έχουνε πεθάνει,
Γιατί αν πλανηθούμε την νεαρή αυγή,
Στεφανωμένο θυμίαμα δε βλέπουμε να αναγεννεί
Στην ανατολή, να συναντήσει τη μέρα που χαμογελάει:
Δίχως νύμφες νέες, με απαλές φωνές, πλήθος που γελάει,
Σε ξύλινα καλάθια στάχυα σιτηρών να κουβαλεί,
Τριαντάφυλλα, και γαρύφαλλα, και βιολέτες, να κοσμεί
Το ναό της Φλώρας στις αρχές του Μάη.
Αλλά αφήνουν τέρψεις μεγάλες σαν αυτή
Και πάντα θα ευλογώ την ειμαρμένη,
Ώστε κάποτε, όταν κάτω από ευχάριστα δέντρα
Ο Πάνας άλλο δεν θα τριγυρνά, θα νιώσω μια ελευθέρα,
Φυλλωτή απόλαυση, νιώθοντας ευτυχισμένα
Με αυτές τις φτωχές προσφορές, ένας άντρας σαν εσένα.

29 Νοε 2006

La Belle Dame Sans Merci (John Keats)

La Belle Dame Sans Merci


I

Ah, what can ail thee, wretched wight,
Alone and palely loitering?
The sedge is withered from the lake,
And no birds sing.

II

Ah, what can ail thee, wretched wight,
So haggard and so woe-begone
The squirrel's granary is full,
And the harvest's done.

III

I see a lily on thy brow
With anguish moist and fever dew,
And on thy cheek a fading rose
Fast withereth too.

IV

I met a lady in the meads,
Full beautiful, a faery's child:
Her hair was long, her foot was light,
And her eyes were wild.

V

I set her on my pacing steed,
And nothing else saw all day long;
For sideways would she lean, and sing
A faery's song.

VI

I made a garland for her head,
And bracelets too, and fragrant zone;
She looked at me as she did love,
And made sweet moan.

VII

She found me roots of relish sweet,
And honey wild, and manna dew,
And sure in language strange she said,
"I love thee true!"

VIII

She took me to her elfin grot,
And there she gazed and sighed deep,
And there I shut her wild, sad eyes--
So kissed to sleep.

IX

And there we slumbered on the moss,
And there I dreamed, ah! woe betide,
The latest dream I ever dreamed
On the cold hill side.

X

I saw pale kings, and princes too,
Pale warriors, death-pale were they all;
Who cried--"La belle Dame sans merci
Hath thee in thrall!"

XI

I saw their starved lips in the gloam,
With horrid warning gaped wide,
And I awoke and found me here,
On the cold hill side.

XII

And that is why I sojourn here,
Alone and palely loitering,
Though the sedge is withered from the lake,
And no birds sing.




La Belle Dame Sans Merci
(Η Ωραία Κυρία Χωρίς Οίκτο)


I

Αχ, τι μπορεί να πονά τόσο, άθλια ύπαρξη,
Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός;
Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη,
Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό.

II

Αχ, τι προκαλεί τόσο πόνο, άθλια ύπαρξη,
Τόσο ωχρός και τόσο δυστυχής
Η σιταποθήκη του σκίουρου είναι γεμάτη,
Και τελείωσε η συγκομιδή.

III

Βλέπω μια μαργαρίτα στο μέτωπό σου
Με υγρή αγωνία και πυρετώδη δροσιά,
Και στο μάγουλό σου ένα ξεθωριασμένο ρόδο
Που και αυτό γρήγορα εξασθενά

IV

Συνάντησα μια γυναίκα στα λειβάδια,
Γεμάτη ομορφιά, ένα παιδί νεράιδας:
Τα μαλλιά της ήσαν μακριά, τα πόδια της ήσαν ελαφριά,
Και τα μάτια της ήσαν άγρια.

V

Την ανέβασα στο άτι μου που περπατούσε
Και τίποτ’ άλλο δεν είδα όλη μέρα.
Στα πλάγια έγερνε, και τραγουδούσε
Τραγούδια από αερικά φτιαγμένα.

VI

Έφτιαξα ένα στεφάνι για το κεφάλι της,
Και βραχιόλια και μια ζώνη ακόμα, όλα ευωδιαστά.
Με κοίταξε λες κι έκανε έρωτα,
Και αναστέναζε γλυκά

VII

Μου βρήκε ρίζες γλυκειάς νοστιμιάς,
Και άγριο μέλι, και μάννα δροσερό
Και σίγουρα σε παράξενη γλώσσα είπε,
«Αληθινά σε αγαπώ!»

VIII

Με πήρε στην ξωτική σπηλιά της,
Και εκεί ατενίζοντας βαθιά αναστέναξε,
Και εκεί έκλεισα τα άγρια, θλιμμένα της μάτια
Φιλώντας την για να κοιμηθεί.

IX

Και εκεί μισοκοιμηθήκαμε στα βρύα
Και εκεί ονειρεύτηκα, αχ! συφορά,
Το τελευταίο όνειρο που ονειρεύτηκα ποτέ
Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά.

X

Είδα χλωμούς βασιλιάδες, και πρίγκιπες ακόμα,
Χλωμούς πολεμιστές, χλωμοί ήσαν όλοι σα τον χάρο
Που ουρλιάξανε – «La Belle Dame sans merci
Έχει εσένα σκλάβο!»

XI

Είδα τα πεινασμένα τους χείλη στο λυκόφως,
Προειδοποίηση φριχτή έχασκε πλατιά,
Και ξύπνησα και με βρήκα εδώ,
Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά

XII

Και γι’ αυτό παραμένω εδώ,
Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός,
Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη,
Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό.

13 Νοε 2006

Η Άκαρδη Αδελφή (παραδοσιακή σκωτσέζικη μπαλάντα)

Η Άκαρδη Αδελφή


Κάποτε ζούσε μια κυρά στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας
Δυο κόρες ήταν τα παιδιά που γέννησε

Καθώς η μία έγινε λαμπερή σα τον ήλιο
Τόσο σκοτεινή σα κάρβουνο έγινε η μεγαλύτερη

Ένας ιππότης έφτασε στην πόρτα της κυράς
Είχε ταξιδέψει μακριά για να γίνει ο εραστής τους

Σαγήνευσε την μία με γάντια και δαχτυλίδια
Μα αγάπησε την άλλη περισσότερο από κάθε τι

Αχ αδελφή μου θα έρθεις μαζί μου
Να δούμε τα πλοία που αρμενίζουνε στην θάλασσα;

Πήρε την αδελφή της από το χέρι
Και την οδήγησε πέρα ως την όχθη της Βόρειας Θάλασσας

Καθώς στεκόντουσαν στην ανεμοδαρμένη ακτή
Η σκοτεινή κοπέλα έσπρωξε την μικρή της αδερφή

Πότε-πότε βυθιζόταν, πότε-πότε κολυμπούσε
Αδελφή μου δώσε μου το χέρι σου παρακαλούσε

Αχ αδελφή μου, αδελφή μου άσε με να ζήσω
Κι ότι έχω δικά μου ορκίζομαι δικά σου θα στ’ αφήσω

Είναι ο έρωτάς σου που θα αποκτήσω κι ακόμη πιο πολλά
Αλλά ποτέ δεν θα σ’ αφήσω να φτάσεις την ακρογιαλιά

Κι έτσι όπως σαν κύκνος επέπλεε
Η αλμυρή θάλλασσα το κορμί της γέννησε

Δύο αοιδοί περπατούσανε κατά μήκος της ακτής
Και είδανε την αγνή κοπέλα να επιπλέει στην στεριά

Φτιάξανε μία άρπα από το στέρνο της
Που ο ήχος της θα έλιωνε ακόμη και μια πέτρινη καρδιά

Πήρανε τρεις τούφες από τα ξανθά της τα μαλλιά
Και τις βάλανε για χορδές τόσο μοναδικά

Πήγανε στην αυλή του πατέρα της
Να παίξουνε την άρπα μπροστά σε όλους

Μα καθώς την αφήσανε πάνω σε μία πέτρα
Η άρπα άρχισε να παίζει μοναχή της

Η πρώτη χορδή τραγούδησε μια θλιβερή μελωδία
Η νύφη την μικρή της αδελφή έπνιξε

Η δεύτερη χορδή την δίκασε
Η μαυρομάλλα νύφη κάθησε με τρόμο

Η τρίτη χορδή τραγούδησε κάτω από τα τόξα τους
Και σίγουρα τώρα τα δάκρυά της θα κυλάνε


Οι παραπάνω στίχοι της μπαλάντας Η Άκαρδη Αδελφή (Cruel Sister), αποτελούν την σκωτσέζικη εκδοχή μίας παραδοσιακής μπαλάντας από το μουσικό σύνολο The Pentangle. Ένα γκρουπ φόλκ ροκ μουσικής με τζαζ κι άλλα στοιχεία, που δημιουργήθηκε από πέντε ταλαντούχους μουσικούς το 1967. Το κομμάτι Cruel Sister εμφανίστηκε στην σπουδαία ομώτιτλη κυκλοφορία τους, το 1970.


Η προέλευση της μπαλάντας Η Άκαρδη Αδελφή χάνεται στην ομίχλη του παρελθόντος. Είναι πιο γνωστή σαν, The Twa Sisters (Οι Δύο Αδελφές. Στα σκωτσέζικα twa σημαίνει δύο) Ίσως μάλιστα να έχει Σλαβική προέλευση αφού είναι πασίγνωστη ιστορία στην Σλαβική λαϊκή παράδοση. Ο μουσικολόγοι διαφωνούν αν η αρχική μορφή της μπαλάντας ήρθε στην Μεγάλη Βρετανία από την Σκανδιναβία πριν το 1600.

Ο σπουδαίος μουσικολόγος Frances J. Child (1825-1896), στο πεντάτομο έργο του The English and Scottish Popular Ballads (1882-1898) – που θεωρείται από πολλούς ως η σημαντικότερη έρευνα της παραδοσιακής μουσικής - μας δίνει 20 εκδοχές της ιστορίας της Άκαρδης Αδελφής. Μία από αυτές, που εμφανίστηκε το 1656 σαν τραγούδι χωρίς μουσική (broadside) έχει τίτλο, Ο Μυλωνάς και η Κόρη του Βασιλιά (The Miller and the King’s Daugher), όπου ο μυλωνάς φτιάχνει ένα βιολί από το κορμί του νεκρού κοριτσιού. Οι Ακαδημαϊκοί αναφέρονται στην μπαλάντα The Twa Sisters ως Child #10, βασισμένοι στο πολύτιμο έργο του καθηγητή F. J. Child.

Η παραδοσιακή μπαλάντα Η Άκαρδη Αδελφή ανήκει στην κατηγορία των Δολοφονικών Μπαλάντων.



Η μελωδία της είναι μαγευτική και μπορεί να χαρακτηριστεί κι ως υπνωτιστική. Η εφτάλεπτη εκτέλεση της μπαλάντας από τους Pentangle μπορεί να περιλαμβάνει μονάχα την διαρκή επανάληψη της μελωδίας αλλά δεν γίνεται ποτέ κουραστική για το αυτί, κατορθώνοντας να μείνει στην μουσική μνήμη σαν μία πανέμορφη μελωδία.