29 Νοε 2006

La Belle Dame Sans Merci (John Keats)

La Belle Dame Sans Merci


I

Ah, what can ail thee, wretched wight,
Alone and palely loitering?
The sedge is withered from the lake,
And no birds sing.

II

Ah, what can ail thee, wretched wight,
So haggard and so woe-begone
The squirrel's granary is full,
And the harvest's done.

III

I see a lily on thy brow
With anguish moist and fever dew,
And on thy cheek a fading rose
Fast withereth too.

IV

I met a lady in the meads,
Full beautiful, a faery's child:
Her hair was long, her foot was light,
And her eyes were wild.

V

I set her on my pacing steed,
And nothing else saw all day long;
For sideways would she lean, and sing
A faery's song.

VI

I made a garland for her head,
And bracelets too, and fragrant zone;
She looked at me as she did love,
And made sweet moan.

VII

She found me roots of relish sweet,
And honey wild, and manna dew,
And sure in language strange she said,
"I love thee true!"

VIII

She took me to her elfin grot,
And there she gazed and sighed deep,
And there I shut her wild, sad eyes--
So kissed to sleep.

IX

And there we slumbered on the moss,
And there I dreamed, ah! woe betide,
The latest dream I ever dreamed
On the cold hill side.

X

I saw pale kings, and princes too,
Pale warriors, death-pale were they all;
Who cried--"La belle Dame sans merci
Hath thee in thrall!"

XI

I saw their starved lips in the gloam,
With horrid warning gaped wide,
And I awoke and found me here,
On the cold hill side.

XII

And that is why I sojourn here,
Alone and palely loitering,
Though the sedge is withered from the lake,
And no birds sing.




La Belle Dame Sans Merci
(Η Ωραία Κυρία Χωρίς Οίκτο)


I

Αχ, τι μπορεί να πονά τόσο, άθλια ύπαρξη,
Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός;
Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη,
Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό.

II

Αχ, τι προκαλεί τόσο πόνο, άθλια ύπαρξη,
Τόσο ωχρός και τόσο δυστυχής
Η σιταποθήκη του σκίουρου είναι γεμάτη,
Και τελείωσε η συγκομιδή.

III

Βλέπω μια μαργαρίτα στο μέτωπό σου
Με υγρή αγωνία και πυρετώδη δροσιά,
Και στο μάγουλό σου ένα ξεθωριασμένο ρόδο
Που και αυτό γρήγορα εξασθενά

IV

Συνάντησα μια γυναίκα στα λειβάδια,
Γεμάτη ομορφιά, ένα παιδί νεράιδας:
Τα μαλλιά της ήσαν μακριά, τα πόδια της ήσαν ελαφριά,
Και τα μάτια της ήσαν άγρια.

V

Την ανέβασα στο άτι μου που περπατούσε
Και τίποτ’ άλλο δεν είδα όλη μέρα.
Στα πλάγια έγερνε, και τραγουδούσε
Τραγούδια από αερικά φτιαγμένα.

VI

Έφτιαξα ένα στεφάνι για το κεφάλι της,
Και βραχιόλια και μια ζώνη ακόμα, όλα ευωδιαστά.
Με κοίταξε λες κι έκανε έρωτα,
Και αναστέναζε γλυκά

VII

Μου βρήκε ρίζες γλυκειάς νοστιμιάς,
Και άγριο μέλι, και μάννα δροσερό
Και σίγουρα σε παράξενη γλώσσα είπε,
«Αληθινά σε αγαπώ!»

VIII

Με πήρε στην ξωτική σπηλιά της,
Και εκεί ατενίζοντας βαθιά αναστέναξε,
Και εκεί έκλεισα τα άγρια, θλιμμένα της μάτια
Φιλώντας την για να κοιμηθεί.

IX

Και εκεί μισοκοιμηθήκαμε στα βρύα
Και εκεί ονειρεύτηκα, αχ! συφορά,
Το τελευταίο όνειρο που ονειρεύτηκα ποτέ
Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά.

X

Είδα χλωμούς βασιλιάδες, και πρίγκιπες ακόμα,
Χλωμούς πολεμιστές, χλωμοί ήσαν όλοι σα τον χάρο
Που ουρλιάξανε – «La Belle Dame sans merci
Έχει εσένα σκλάβο!»

XI

Είδα τα πεινασμένα τους χείλη στο λυκόφως,
Προειδοποίηση φριχτή έχασκε πλατιά,
Και ξύπνησα και με βρήκα εδώ,
Στην παγωμένη του λόφου πλαγιά

XII

Και γι’ αυτό παραμένω εδώ,
Καθώς χασομερώ, μονάχος και χλωμός,
Το βούρλο στέκει μαραμένο δίπλα στην λίμνη,
Και τα πουλιά δεν άδουν κανέναν σκοπό.

28 Νοε 2006

Τζον Κιτς (1795 - 1821)

«Πιστεύω πως θα είμαι ανάμεσα στους Άγγλους Ποιητές μετά τον θάνατό μου», προφήτεψε ο John Keats το 1818, καθώς ξεκίνησε να γράφει το ανομοιοκατάληκτο έπος του, Hyperion. Σήμερα, αποτελεί το αρχέτυπο της Ρομαντικής ιδιοφυίας που εξερεύνησε τα όρια της φαντασίας και γιόρτασε τις απολαύσεις των αισθήσεων αλλά είχε έναν τραγικό, πρόωρο θάνατο.

Ο Edmund Wilson τον υπολόγισε σαν «έναν από τους έξι μεγαλύτερους Άγγλους συγγραφείς», και ο T.S.Elliot έπλεξε το εγκώμιο στην Σαιξπηρική ποιότητα της μεγαλοσύνης του. Πραγματικά, το έργο του επέζησε καλύτερα από των άλλων συναδέλφων του κατά την υποτίμηση της Ρομαντικής ποίησης, στις αρχές του περασμένου αιώνα.
Διάσημα ανάμεσα στα έργα του, τα Λάμια, Ιζαμπέλλα και το Η Παραμονή της Αγίας Αγνής, τα σονέτα και οι οδές του, η αλιγορική εποποιία Endymion, και η ποιητική τραγωδία σε πέντε πράξεις. Otho the Great. Ακόμη από τα διάσημα μεταθανάτια, το αποσμασματικό Η Παραμονή του Αγίου Μάρκου, και το υπέροχο La Belle Dame Sans Merci, πιθανόν η πιο διακεκριμμένη λογοτεχνικά μπαλάντα γραμμένη στα αγγλικά. «Κανείς άλλος στην Αγγλική ποίηση, εκτός απ’ τον Σαίξπηρ, έχει στην έκφρασή του, την εξαιρετικά ενδιαφέρον ευτυχία του Keats, την διάσθησή του για την απόλαυση», είπε ο Μάθιου Άρνολντ, «στην ικανότητα της νατουραλιστικής ερμηνείας, σε αυτό που λέμε φυσική μαγεία, τοποθετείται μαζί με τον Σαίξπηρ».



Τζον Κιτς (1795 - 1821)


Ο John Keats γεννήθηκε στο Λονδίνο, σε ένα διαμέρισμα που επικοινωνούσε με τον ενοικιαζόμενο στάβλο του παππού του, στο πανδοχείο Κύκνος και Στεφάνι (Swan & Hoop Inn), στις 31 Οκτωβρίου του 1795. Ήταν ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέρφια του, το ένα από τα οποία πέθανε σε μικρή ηλικία. Ο πατέρας του, Thomas Keats εργαζόταν ως αρχι-οικονόμος στο πανδοχείο κι η οικογένεια ευημερούσε. Ο John ήταν μόλις οχτώ ετών, όταν ο πατέρας του σκοτώθηκε σε ατύχημα ιππασίας. Τον επόμενο χρόνο, το 1805. ο παππούς του Keats πεθαίνει κι απομένει μονάχα η μητέρα του, Frances Jennings Keats, να φροντίζει για την οικογένειά της. Όταν ο μελλοντικός ποιητής ήταν δεκατεσσάρων, η μητέρα του (μετά από έναν αποτυχημένο γάμο) πέθανε από φυματίωση. Ωστόσο, ο Keats έλαβε ελευθερόφρονα παιδεία στο προοδευτικό σχολείο του Clarke, μια ιδιωτική ακαδημία στο χωριό του Enfield, δώδεκα μίλια νότια του Λονδίνου, που για οχτώ χρόνια σπούδασε αγγλική φιλολογία, μοντέρνες γλώσσες, και λατινικά. (Είχε αρχίσει να μεταφράζει το Aeneid, του Βιργίλιου, όταν ήταν ακόμα στο σχολείο.) Ο Charles Cowden Clarke, ο γιος του διευθυντή κι ιδιοκτήτη, τον θυμόταν σαν έναν ανήσυχο νέο που έκανε φίλους εύκολα και πολεμούσε παθιασμένα, όταν κάποιος τους απειλούσε. Ένας συμμαθητής και φίλος του θυμούμενος το καβγατζίδικο πνεύμα του μας λέει, πως «ο Keats δεν ήταν προσκολλημένος σε βιβλία στη παιδική του ηλικία. Είχε κλίση προς του καβγάδες. Θα καβγάδιζε με τον καθέναν.» Ο αδερφός του, George Keats θα κάνει λόγο για το ΄΄νευρικό, και νοσηρό ταμπεραμέντο του΄΄ αδερφού του (ίσως οφειλότανε σε κάποιο κόμπλεξ εξαιτίας του ύψους του – «Φτωχέ μικρέ Johnny Keats» ήταν και μετά βίας πέντε πόδια ψηλός) κι ακόμη ότι ήταν και ΄΄κομματάκι υποχόνδριος΄΄. Πραγματικά, ο Keats γράφει για τον εαυτό του: «Το μυαλό μου ήταν το πιο δυσαρεστημένο και ανήσυχο που τοποθετήθηκε ποτέ σε σώμα τόσο μικρό για αυτό.

Το 1811 ο Keats αφήνει το σχολείο του Clarke για να γίνει μαθητευόμενος χειρούργου – πρώτα στο φαρμακείο του Thomas Hammond σε μια μικρή πόλη κοντά στο Enfield και αργότερα στο Λονδίνο στο νοσοκομείο Guy. (Η χειρουργική θα γινότανε ένα αξιοσέβαστο και αξιόλογο κάλεσμα για κάποιον με τους σκοπούς του Keats: εκτός από το επάγγελμα της ιατρικής, δε χρειαζότανε πανεπιστημιακό βαθμό. Ακόμα περισσότερο, ο Keats πάντα ανέφερε ότι ήταν ΄΄φιλόδοξος, στο να κάνει στον κόσμο κάποιο καλό.΄΄) Κατά τη διάρκεια των πενταετών σπουδών του για το δίπλωμα, ο νεαρός μαθητευόμενος ολοκλήρωσε τη μετάφραση του Aeneid και ΄΄καταβρόχθησε παρά διάβασε΄΄ το Metamorphoses του Ovid, to Paradise Lost του Milton, κι άλλα βιβλία, που δανείστηκε από το σχολείο του Clarke. Αλλά το έργο που αποφασιστικά ξύπνησε την αγάπη του για τη ποίηση – τον ταρακούνησε αναπάντεχα μέσα από μια κρίση αυτογνωσίας κάνοντάς τον να διαπιστώσει τα δικά του αποθέματα φαντασίας – ήταν το Faerie Queene του Edmund Spenser. Σε κάποια στιγμή το 1814 ο Keats συνέθεσε το πρώτο ποίημά του, ΄΄Μιμούμενος τον Spenser΄΄. Αν και για τους ιατρούς συναδέλφους ήταν ένας ΄΄άεργος πεινασμένος άνθρωπος, που πάντα γράφει ποίηση΄΄, ο Keats πέρασε τις εξετάσεις για φαρμακοποιός, που του επέτρεψαν να σπουδάσει χειρούργος στις 25 Ιουλίου, του 1816.
Εν τω μεταξύ, η ποιητική του ιδιοφυΐα είχε αναγνωρισθεί και παροτρυνόταν από φίλους, όπως τον Charles Cowden Clarke και τoν J. H. Reynolds, και τον Οκτώβριο του 1816 ο Clarke τον σύστησε στον Leigh Hunt, ο οποίος ήταν ο ιδιοκτήτης του Examiner, το πιο γνωστό απελευθερωτικό ημερήσιο περιοδικό, το οποίο σύντομα έκδωσε τη σονέτα του Keats “O Solitude”. Πέντε μήνες αργότερα, στις 3 Μαρτίου του 1817, η πρώτη του ποιητική συλλογή, Poems, κυκλοφόρησε. Παρά τις υψηλές ελπίδες του κύκλου του Hunt, ήταν μια αποτυχία. Το φθινόπωρο της ίδιας χρονιάς, ο Keats έμενε με τον Benjamin Bailey, φοιτητή στην Οξφόρδη στο κολέγιο Μαγδαληνή. Όταν ο Bailey έδινε εξετάσεις, ο Keats δούλεψε πάνω στο Endymion, την ρομαντική αλληγορία των τεσσάρων χιλιάδων στίχων. Οι δυο τους διαβάσανε και συζητήσανε Wordsword, Hazlitt, Milton, Dante, και Shakespeare. Πίσω στο Λονδίνο, τις 22 Νοεμβρίου, του 1817, ο Keats έγραψε στον Bailey τη πρώτη από τις διάσημες επιστολές του σε φιλικά πρόσωπα (και συγγενείς) με καλαισθησία, τον κοινωνικό ρόλο της ποίησης, και της δικιάς του αίσθησης της ποιητικής του αποστολής. Σπάνια ένας ποιητής άφησε ένα τόσο αξιοσημείωτο μέρος από τις σκέψεις του στη καριέρα του και στη σχέση του με την ιστορία της ποίησης. (Τα γράμματα επίσης αποκαλύπτουν την έκπληκτη ταχύτητα με την οποία ο Keats ωρίμασε σα καλλιτέχνης.) Από τη στιγμή που εκδόθηκε το Endymion, τον Απρίλιο του 1818, το όνομα του Keats ταυτίσθηκε με το “Cockney School” του Hunt. Το περιοδικό Magazine του Tory Blackwood, έλαβε μια βίαιη επίθεση κατά του Keats που τον κατηγορούσε ως ¨αμαθή και ακαθόριστο υποκριτή¨ για τη κουλτούρα και δεν είχε κανένα δικαίωμα να φιλοδοξεί από τη ποίηση.

Παρόλο που οι αντιδράσεις των κριτικών για το Endymion υπήρξαν διάσημες για τη θηριωδίες τους, ο νεαρός ραψωδός λίγο δυσφημίστηκε από αυτές – παρά τον διάσημο σαρκασμό του Byron ότι ο Keats ``σβήστηκε από ένα άρθρο``, η αλήθεια ήταν, ότι μπήκε σε μία περίοδο εκπληκτικής απόδοσης. Ίσως την πιο αποδοτική περίοδο δημιουργικότητας που πέτυχε ποτέ άγγλος ποιητής. Το καλοκαίρι του 1818, ο Keats ταξίδεψε στη Σκωτία με τον Charles Brown, παγκόσμια γνωστό επιχειρηματία που ήταν ένας από τους πιο πιστούς του φίλους. Εκεί υποσχέθηκε: «Εδώ, θα μάθω ποίηση και στο εξής θα γράφω περισσότερο από ποτέ.» Εκείνο το φθινόπωρο άρχισε να συνθέτει το Hyperion, η μίμησή του και η πρόκληση ενάντια στο Paradise Lost του Milton. Ακόμα και οι κριτικοί είδαν το έργο του σα ένα ανώτερο επίτευγμα. Το Δεκέμβριο, μετά το θάνατο του αδερφού του Tom από φυματίωση, ο Keats πηγαίνει να ζήσει με τον Charles Brown στο Wentworth Place, στο Hampstead. Εκεί, σχεδόν αντίθετα με το χαρακτήρα του, ο νεαρός ποιητής ερωτεύεται την Fanny Brown, τη δεκαοχτάχρονη κόρη μιας χείρας γειτόνισσας του. Ένα χρόνο μετά αρραβωνιάζονται. Το 1989 ο Keats γράφει το “Η Παραμονή της Αγίας Άννης”, “La Belle Dame Sans Merci”, τις μεγαλύτερες ωδές, τη Lamia, το όραμα όνειρο του Δάντη The Fall Of Hyperion (Η Πτώση του Υπέρ), και τη τραγωδία πέντε πράξεων Onto The Great (γραμμένη σε συνεργασία με τον Brown).
Στις 3 Φεβρουαρίου, το 1820, ο Keats έπαθε πνευμονική αιμορραγία που ήταν ένα πρώιμο στάδιο φυματίωσης. Γρήγορα έσπασε τους αρραβώνες και ξεκίνησε αυτό που έλεγε “μεταθανάτια ύπαρξη”. Η καριέρα του σα ποιητής τελείωσε δραστικά, παρόλο τον τόμο Lamia, Isabela, The Eve Of St. Agnes, and Other Poems, περιέχοντας το κύριο μέρος των πιστεύω του Keats για την αθανασία, που δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο. Σε μια ανέλπιδη προσπάθεια να αναρρώσει σε ένα καλύτερο κλίμα, ο Keats ταξίδεψε με πλοίο για την Ιταλία το Σεπτέμβριο συντροφευμένος με τον ζωγράφο φίλο του Joseph Severn. Απορρίπτοντας την πρόκληση της Shelley να μείνει μαζί της στη Πίζα, οι δυο τους έφτασαν στη Ρώμη στις 15 Νοεμβρίου και νοίκιασαν δωμάτια που κοίταζαν τη Piazza di Spagna. Ο John Keats πέθανε στη Ρώμη τη νύχτα στις 23 Φλεβάρη του 1821, και θάφτηκε εκεί στις 26 Φλεβάρη στο Προτεσταντικό Νεκροταφείο. Στο νεκροκρέβατο ο Keats ζήτησε να μη γραφεί όνομα στον τάφο του, μόνο τα λόγια “Ενδάθε κοίται αυτός που το όνομα του είναι γραμμένο στο νερό“.


Το κείμενο είναι από το: The Complete Poems of John Keats, New York 1994, Modern Library Editions.


Ποιήματα του John Keats που έχουν μεταφραστεί στο παρών μπλογκ:


24 Νοε 2006

Τα Μάτια Της Γάτας (Jodorowsky & Moebius)

Το 1975 ο εκκεντρικός σκηνοθέτης χιλιανής καταγωγής Alejandro Jodorowsky, ξεκίνησε την προπαραγωγή για την ταινία επιστημονικής φαντασίας Dune με τους Dan O’Bannon, H.R. Giger, Chris Foss και άλλους. Το 1976 προστέθηκε στην ομάδα και ο γάλλος δημιουργός κόμικ Jean Giraud, περισσότερο γνωστός στους κύκλους επιστημονικής φαντασίας ως Moebius. Έτσι, ο Moebius έγινε μέλος της ομάδας παραγωγής. Δυστυχώς όμως, η ταινία δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Ο παραγωγός κρέμασε την ταινία και όλα εγκαταλείφθηκαν.

Εκείνες τις μέρες όμως ο Moebius ήρθε σε επαφή με το ανήσυχο μυαλό του Jodorowsky που τον σύστησε σε ιδέες όπως αυτές του Καστανέντα. Από τότε λοιπόν, οι δύο δημιουργοί συνεργαστήκανε πολλές φορές στον χώρο των κόμικς δημιουργώντας αρκετές φορές αριστουργήματα. Ένα από αυτά είναι η ιστορία τρόμου, Τα Μάτια της Γάτας.

Μια ιστορία που την διακρίνει μία ποιητική διαδοχή των εικόνων δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο κλίμα. Η ιστορία Τα Μάτια της Γάτας αναπτύσσεται με ολοσέλιδα καρέ, που εναλλάξ διηγούνται την ίδια ιστορία από δύο διαφορετικά χωρικά σημεία του φανταστικού κόσμου που εξελίσσεται η ιστορία, κρατώντας μας όμως στην ίδια χρονική συνέχεια.

Το σχέδιο του Moebius ζωντανεύει μία φανταστική πραγματικότητα που μας ξυπνάει ένα δυνατό αίσθημα απομόνωσης, σχεδιάζοντας κτίρια μίας μυστικιστικής λογικής, "χτίζοντας" έτσι μία πόλη ηγεμονικής αρχιτεκτονικής, διάχυτη από μία εκφυλισμένη θρησκευτική ευλάβεια που γεννά έναν μελλοντολογικό γοτθικό τρόμο.


Οι τρεις χαρακτήρες της ιστορίας, ο άνδρας, το γεράκι και η γάτα είναι σχεδιασμένοι με μία πνευματικότητα που τους δίνει ξεκάθαρη μαγική φύση μα ταυτόχρονα εμπεριέχει τόσα νοήματα, υπονοώντας την φύση της δικής μας πραγματικότητας, οδηγώντας τον αναγνώστη σε μία λογική αναγνωστική ανατριχίλα. Οι περισσότερες πόζες που είναι σχεδιασμένοι οι χαρακτήρες προδιαθέτουν τον αναγνώστη για μία ιστορία αναπόφευκτου πεπρωμένου.
Η φύση της ιστορίας θυμίζει στιγμιαία ποίημα του Έντγκαρ Άλαν Πόε αλλά εύκολα ξεχωρίζει το ύφος του Jodorowsky. Το εκφραστικό μέσο των διαδοχικών εικόνων έχει υπηρετήσει πολλές φορές το όραμα του Jodorowsky κι όπως έχει πει ο ίδιος «επέλεξα τα κόμικς για να αποτυπώσω τις ιστορίες μου, αφού αποτελεί ένα πολύ εκφραστικό, για να δημιουργήσεις και να δημοσιεύσεις, μέσο». Έτσι, με το σύμβολο των ματιών καταφέρνει να εισαγάγει τον αναγνώστη σε μία ιστορία που φαίνεται να έχει τέλος μονάχα στο χαρτί. Η ιστορία φαίνεται ότι έχει συνέχεια αλλά ο Jodorowsky κρίνει πως δεν χρειάζεται να συνεχιστεί, έχοντας καταφέρει να εκφράσει τον προβληματισμό του μέσα από μία στιγμιαία ματιά σε έναν τρομώδη ονειρικό κόσμο. Η βία υπάρχει μέσα στην ιστορία όπως σε όλες τις ιστορίες του γνωστού σεναριογράφου, μα πιο συγκεκριμένα εδώ συνυπάρχει η ζωώδης βία με την πνευματικότητα-μαγεία.
Ένα κόμικ τρόμου, που άνετα μπορείς να το χαρακτηρίσεις αριστούργημα, γέννημα δύο εξαιρετικών καλλιτεχνών και που πρέπει να διαβαστεί σε έντυπη μορφή κι όχι ψηφιακή, αφού η διαδοχή των καρέ-σελίδων παίζει καθοριστικό ρόλο στο γύρισμα των σελίδων.

13 Νοε 2006

Η Άκαρδη Αδελφή (παραδοσιακή σκωτσέζικη μπαλάντα)

Η Άκαρδη Αδελφή


Κάποτε ζούσε μια κυρά στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας
Δυο κόρες ήταν τα παιδιά που γέννησε

Καθώς η μία έγινε λαμπερή σα τον ήλιο
Τόσο σκοτεινή σα κάρβουνο έγινε η μεγαλύτερη

Ένας ιππότης έφτασε στην πόρτα της κυράς
Είχε ταξιδέψει μακριά για να γίνει ο εραστής τους

Σαγήνευσε την μία με γάντια και δαχτυλίδια
Μα αγάπησε την άλλη περισσότερο από κάθε τι

Αχ αδελφή μου θα έρθεις μαζί μου
Να δούμε τα πλοία που αρμενίζουνε στην θάλασσα;

Πήρε την αδελφή της από το χέρι
Και την οδήγησε πέρα ως την όχθη της Βόρειας Θάλασσας

Καθώς στεκόντουσαν στην ανεμοδαρμένη ακτή
Η σκοτεινή κοπέλα έσπρωξε την μικρή της αδερφή

Πότε-πότε βυθιζόταν, πότε-πότε κολυμπούσε
Αδελφή μου δώσε μου το χέρι σου παρακαλούσε

Αχ αδελφή μου, αδελφή μου άσε με να ζήσω
Κι ότι έχω δικά μου ορκίζομαι δικά σου θα στ’ αφήσω

Είναι ο έρωτάς σου που θα αποκτήσω κι ακόμη πιο πολλά
Αλλά ποτέ δεν θα σ’ αφήσω να φτάσεις την ακρογιαλιά

Κι έτσι όπως σαν κύκνος επέπλεε
Η αλμυρή θάλλασσα το κορμί της γέννησε

Δύο αοιδοί περπατούσανε κατά μήκος της ακτής
Και είδανε την αγνή κοπέλα να επιπλέει στην στεριά

Φτιάξανε μία άρπα από το στέρνο της
Που ο ήχος της θα έλιωνε ακόμη και μια πέτρινη καρδιά

Πήρανε τρεις τούφες από τα ξανθά της τα μαλλιά
Και τις βάλανε για χορδές τόσο μοναδικά

Πήγανε στην αυλή του πατέρα της
Να παίξουνε την άρπα μπροστά σε όλους

Μα καθώς την αφήσανε πάνω σε μία πέτρα
Η άρπα άρχισε να παίζει μοναχή της

Η πρώτη χορδή τραγούδησε μια θλιβερή μελωδία
Η νύφη την μικρή της αδελφή έπνιξε

Η δεύτερη χορδή την δίκασε
Η μαυρομάλλα νύφη κάθησε με τρόμο

Η τρίτη χορδή τραγούδησε κάτω από τα τόξα τους
Και σίγουρα τώρα τα δάκρυά της θα κυλάνε


Οι παραπάνω στίχοι της μπαλάντας Η Άκαρδη Αδελφή (Cruel Sister), αποτελούν την σκωτσέζικη εκδοχή μίας παραδοσιακής μπαλάντας από το μουσικό σύνολο The Pentangle. Ένα γκρουπ φόλκ ροκ μουσικής με τζαζ κι άλλα στοιχεία, που δημιουργήθηκε από πέντε ταλαντούχους μουσικούς το 1967. Το κομμάτι Cruel Sister εμφανίστηκε στην σπουδαία ομώτιτλη κυκλοφορία τους, το 1970.


Η προέλευση της μπαλάντας Η Άκαρδη Αδελφή χάνεται στην ομίχλη του παρελθόντος. Είναι πιο γνωστή σαν, The Twa Sisters (Οι Δύο Αδελφές. Στα σκωτσέζικα twa σημαίνει δύο) Ίσως μάλιστα να έχει Σλαβική προέλευση αφού είναι πασίγνωστη ιστορία στην Σλαβική λαϊκή παράδοση. Ο μουσικολόγοι διαφωνούν αν η αρχική μορφή της μπαλάντας ήρθε στην Μεγάλη Βρετανία από την Σκανδιναβία πριν το 1600.

Ο σπουδαίος μουσικολόγος Frances J. Child (1825-1896), στο πεντάτομο έργο του The English and Scottish Popular Ballads (1882-1898) – που θεωρείται από πολλούς ως η σημαντικότερη έρευνα της παραδοσιακής μουσικής - μας δίνει 20 εκδοχές της ιστορίας της Άκαρδης Αδελφής. Μία από αυτές, που εμφανίστηκε το 1656 σαν τραγούδι χωρίς μουσική (broadside) έχει τίτλο, Ο Μυλωνάς και η Κόρη του Βασιλιά (The Miller and the King’s Daugher), όπου ο μυλωνάς φτιάχνει ένα βιολί από το κορμί του νεκρού κοριτσιού. Οι Ακαδημαϊκοί αναφέρονται στην μπαλάντα The Twa Sisters ως Child #10, βασισμένοι στο πολύτιμο έργο του καθηγητή F. J. Child.

Η παραδοσιακή μπαλάντα Η Άκαρδη Αδελφή ανήκει στην κατηγορία των Δολοφονικών Μπαλάντων.



Η μελωδία της είναι μαγευτική και μπορεί να χαρακτηριστεί κι ως υπνωτιστική. Η εφτάλεπτη εκτέλεση της μπαλάντας από τους Pentangle μπορεί να περιλαμβάνει μονάχα την διαρκή επανάληψη της μελωδίας αλλά δεν γίνεται ποτέ κουραστική για το αυτί, κατορθώνοντας να μείνει στην μουσική μνήμη σαν μία πανέμορφη μελωδία.

7 Νοε 2006

Leanan Sidhe

Η Οικοδέσποινα Νεράιδα ή η Πολυαγαπημένη Νεράιδα, Leanan Sidhe (προφέρεται lan-awn shee), είναι μια Κέλτικη μούσα, που την διακρίνει μια απόκοσμη ομορφιά. Τα ονόματά της μεταφράζονται κατευθείαν σαν Η Έμπνευσή μου (Leanan) και Νεράιδα (Sidhe). Μερικές φορές αποκαλείται Lhiannan-Shee (προφέρεται lannan-shee), όταν γίνεται λόγος για την σκοτεινή της υπόσταση. Ο μύθος μας λέει, ότι κατοικεί στην Ιρλανδική Θάλασσα έξω από την ανατολική ακτή της Ιρλανδίας και μερικές φορές περιπλανιέται στο νησί Man τη νύχτα, ψάχνοντας για καινούργιο εραστή.











Το όνομά της Leanan έχει κέλτικη προέλευση και σημαίνει Η Έμπνευσή μου. Ενώ το δεύτερο σύνθετο του ονόματος, αποτελεί απευθείας αναφορά σε μία υπερφυσική φυλή. Οι Sidhe, είναι μία αρχαία φυλή αερικών της κελτικής παράδοσης. Ψηλότερα από τους ανθρώπους κι ευγενή στην όψη, είναι οι άρχοντες του βασιλείου των αερικών (και κάποτε ολόκληρης της Ιρλανδίας). Είναι ότι απέμεινε από την μυθική φυλή Τουάθα Ντε Ντανάν, που διώχθηκαν από τους Γαέλους κατά την Ιρλανδική παράδοση και ίδρυσαν το βασίλειό τους κάτω από την γη. Στο υπόγειο βασίλειό τους οι Τουάχα Ντε συνεχίζουν να ελέγχουν τον υπερφυσικό κόσμο μέσω της μαγείας. Κάθε θεός κατέχει ένα sidh (ένα μαγικό ύψωμα), που αποτελεί τμήμα του Μακάριου Άλλου Κόσμου.

Όσοι πέσουν στο ξόρκι της Leanan Sidhe, υποφέρουν από μια έντονη λαχτάρα, όταν αυτή λείπει. Σαν αντάλλαγμα για το βάθος των συναισθημάτων που λαμβάνει, γεμίζει τους εραστές της με ταλέντο. Οι εραστές της, παρομοιάζονται με κεριά που έχουν φλόγα και από τις δύο τους πλευρές. Απίστευτα φωτεινά μα χάνουν την διάρκεια που θα είχαν, αν έκαιγαν κανονικά, γι’ αυτό πεθαίνουν πρόωρα.
Αυτό είναι συχνά το αντίτιμο για το χάρισμα που τους δόθηκε, που αρχίζει να επενεργεί όταν η Leanan Sidhe τους εγκαταλείψει και οφείλεται στην απέραντη λαχτάρα τους να την ξαναδούν, παρά μια μοχθηρή πρόθεση από το μέρος της Leanan Sidhe.
Φαίνεται πως η αυτοκαταστροφική φύση των καλλιτεχνών που βγαίνει στην επιφάνεια μόλις την χάσουν, δημιούργησαν ένα λανθασμένο πιστεύω, ότι η Leanan Sidhe είναι διαβολική κι επικίνδυνη. Μερικοί ακόμα τη συνέδεσαν και με βαμπίρ, προσαρτημένη σε έναν άντρα, αφού κυβερνάει το κορμί και τη ψυχή του. Για αυτόν τον λόγο την αποκαλούνε Σκοτεινή Μούσα και Σκοτεινή Σαγηνεύτρια. Aυτή η πλευρά της είναι γνωστότερη, από ένα ποίημα του John Keats (1795-1821) με τίτλο, La Belle Dame Sans Merci. Περιγράφει μία συνάντηση με την νεράιδα και μέσα από ένα προειδοποιητικό όνειρο επιστρέφει σώος στον κόσμο των ανθρώπων μα γεμάτος καημό.











Η Leanan Sidhe aγλαώς όμορφη στον εραστή της, είναι αόρατη στους άλλους θνητούς. Είναι τόσο όμορφη στη πραγματικότητα, που όλοι οι θνητοί γίνονται μαλθακοί και ανιαροί όταν συγκρίνονται με τη Leanan Sidhe.






Βιβλιογραφία:

Good Faeries, Bad Faeries, by Brian Froud (Simon & Schuster Editions, New York 1998)

The Complete Poems of John Keats (Modern Library Editions, New York 1994)

Μύθοι των Κελτών, Miranda Jane Green (Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμας, Αθήνα 1996