Έχω περπατήσει τόσες φορές σε μισοάδειες λεωφόρους την νύχτα, που έχω αποκτήσει την συνήθεια ν’ αποζητώ την ελευθερία των λέξεων ανάμεσα σε αγνώστους, να ζω στην απαράμμιλη γοητεία των σκιών της πόλης, που αλειώνουν την γεωμετρική εμμονή της ψυχασθενούς αρχιτεκτονικής, η οποία θυσιάστηκε στον βωμό του οπορτονισμού και των κοντινών αδερφών του.
Ανάμεσα σε αυτές τις υπάρξεις, φαγωμένες από μία όψη του χρόνου, που δεν είμαι ικανός να βιώσω, ακούμπησε η άκρη της γλώσσας μου την δική τους, άλλοτε πεταχτά κι άλλοτε φλύαρα, άλλοτε παγερά κι άλλοτε ερωτικά, άλλοτε φιλικά κι άλλοτε ψιθυριστά. Η άκρη της γλώσσας μου ανάπηρη στην γεύση της, μιας και όταν ήταν παιδί συναχώθηκε άσχημα και της έμεινε κουσούρι, προσπαθεί σκληρά να κρύψει την αναπηρία της, όχι πεισματικά ή μιμητικά μα με την εμμονή του ψαρά ή του κυνηγού, που η κοιλιά του γουργουρίζει.
Έτσι λοιπόν, υπάρχει κάπου σε μια γωνία της πλατείας Θεάτρου μια θεόρατη μορφή, που στέκει σαν άγαλμα, σαν μίμος άραγε; Μα μόλις τον πλησιάσεις θα σου καυχηθεί πως είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει πάθει έγκαυμα από το φεγγαρόφωτο. Η ιστορία του πως το έπαθε, είναι ένας χείμμαρος από σάλια, ένα καλειδοσκόπιο σκούρων, χρωματιστών δοντιών. Δεν καταλαβαίνεις γρι αλλά γίνεσαι αποδέκτης ενός λογιδρίου τόσο τονοτικού, σαν φυσικός χυμός, που τον πίνεις από τα αυτιά.
Αν περάσεις από ένα συγκεκριμμένο σοκάκι στο κάτω μέρος της πλατείας Κλαυθμώνος, πιθανόν να δεις μία μορφή να αμολάει ένα γάργαρο ρυάκι γεμάτο απωθητικές μυρωδιές, διαγράφοντας δουλικά πάντοτε την ίδια ροή, καταλήγοντας σε ένα δέλτα μακρινού υπονόμου κι αν τον πλησιάσεις θ' αρχίσει ξαφνικά να τρέχει μανιασμένα, πιτσιλώντας από εδώ, από εκεί καθώς και τον εαυτό του, γιατί μέσα στην τρομάρα του - γεννημένη από μια ανείπωτη τρέλα που δεν χωράει σε ιατρικές συνταγές - δε λογαριάζει το αμολυτό πουλί του, κινδυνεύοντας να φάει τα μούτρα του γιατί το παντελόνι του έχει πια φτάσει στους αστραγάλους του. Κι έτσι βλέπεις έναν δρομέα να μεταμορφώνεται σε βάτραχο, περνώντας από όλα τα στάδια του λακτίσματος. Λένε άλλωστε πως αν τον ακολουθήσεις, θα τον χάσεις αναπόφευκτα από τα μάτια σου σε μια στροφή τρεις δρόμους πιο πάνω, όπου κρύβεται η πισίνα ενός συντριβανιού ξεχασμένο από τους συντηρητές του εδώ και χρόνια.
Αν πάρεις την γραμμή 790 των νυχτερινών συγκοινωνιών, καλό είναι να στρίψεις ένα τσιγάρο όσο θα έχεις το κεφάλι σου να κρέμεται από το πίσω παράθυρο, γιατί μόνο από αυτή την γωνία θα μπορέσεις να παρατηρήσεις ένα κοντοπίθαρο τύπο που έχει βαλθεί να προσπεράσει το κεραιοφόρο ηλεκτροκίνητο τροχοφόρο και τελικά να τα παρατήσει λαχανιάζοντας, πιάνοντας τα γόνατά του και κρύβοντας το πρόσωπό του μέσα στις σκιές της ντροπής μίας ακόμης άτυχης προσπάθειας, να κερδίσει το στοίχημα της ζωής του.
Αν βρεθείς μέσα σε κάποιον στενόκωλο συναυλιακό χώρο με τον καπνό να ποτίζει τα μαλλιά και τα ρούχα σου, ρίξε μια ματιά μπροστά από το μικρόφωνο του τραγουδιστή κι αν δεν πάσχεις από κάποια ασθένεια οφθαλμολογικές κατηγορίας ή έχεις καταναλώσει πολύ αλκοόλ, θα δεις πάντα τον ίδιο τύπο να παρατηρεί κάποιον από την μπάντα σχεδόν παγωμένος, λες και στέκεται μπροστά σε έκθεμα γκαλερί και σκέφτεται να σβήσει ή όχι πάνω το τσιγάρο του.
Αντιθέτως, δεν θα συμβούλευα να βρεθεί κάποιος γύρω στις 04:50 κάτω από τον λόφο του Ιππείου Κολωνού, γιατί είναι η ώρα που βγαίνουν κάτι χαμίνια από τις κρυψώνες τους και σε πειράζουν φωνάζοντας τόσο πολύ, που σε πιάνει το κεφάλι σου κι αν δεν έχεις μαζί σου παυσίπονο ή ωτοασπίδες, τότε την έχεις βάψει γιατί δεν υπάρχει περίπτερο εκεί κοντά, ούτε φαρμακείο που τολμά να εφηρεύει και τότε αλίμονο, θα πρέπει να πληρώσεις τα χαμίνια πολύ ακριβά την παρακεταμόλη και το καουτσούκ μιας και πάντα τυχαίνει να σου επιδείξουν τις πραγματικές τους φιλοκερδείς διαθέσεις προς το τέλος των βασανιστηρίων τους.
Μα από όλους αυτούς τους παράξενους τύπους, υπάρχει ένας που τους ξεπερνά σε παραξενιά, πάντα διατιθέμενος να σε ξεναγήσει στα τοπία των τρελών του εμμονών, που αλίμονο αν ακολουθήσεις την παράλογη – γι’ αυτόν παράτολμη – πορεία του καβάλα στις σκιές, τότε μπορείς να παρασυρθείς σε έναν κόσμο, που μέχρι πρότινος θεωρούσες ανύπαρκτο κι ακαταλαβίστικο.
Θα ήθελα λοιπόν να σας συστήσω στον κύριο Ίσκιο, που κάνει αυστηρή δίαιτα σε βήματα πάνω στις σκιές των πραγμάτων και των έμβιων όντων. Αν είσαι τυχερός θα τον δεις να κάνει ακροβατικά, προσπαθώντας ν’ αποφύγει τα ευδιακρίτως φωτεινά σημεία ενός πεζοδρομίου, υφαίνοντας τους κανόνες ενός κόσμου που ζει μονάχος. Αν είσαι ακόμη πιο τυχερός θα τον δεις να σημαδεύει τις σκιές καθώς εκείνες πέφτουν αδιάφορες πάνω σε επιφάνειες, δίνοντάς τους ένα προσωρινό περίγραμμα με άσπρη κιμωλία.
Το επόμενο πρωινό μπορείς ν’ ακούσεις ξεκάθαρα τις βρισιές των καθαριστών κτιρίων, τακτικοί σαν πρωινοί παραγωγοί ραδιοφώνου.
Ανάμεσα σε αυτές τις υπάρξεις, φαγωμένες από μία όψη του χρόνου, που δεν είμαι ικανός να βιώσω, ακούμπησε η άκρη της γλώσσας μου την δική τους, άλλοτε πεταχτά κι άλλοτε φλύαρα, άλλοτε παγερά κι άλλοτε ερωτικά, άλλοτε φιλικά κι άλλοτε ψιθυριστά. Η άκρη της γλώσσας μου ανάπηρη στην γεύση της, μιας και όταν ήταν παιδί συναχώθηκε άσχημα και της έμεινε κουσούρι, προσπαθεί σκληρά να κρύψει την αναπηρία της, όχι πεισματικά ή μιμητικά μα με την εμμονή του ψαρά ή του κυνηγού, που η κοιλιά του γουργουρίζει.
Έτσι λοιπόν, υπάρχει κάπου σε μια γωνία της πλατείας Θεάτρου μια θεόρατη μορφή, που στέκει σαν άγαλμα, σαν μίμος άραγε; Μα μόλις τον πλησιάσεις θα σου καυχηθεί πως είναι ο μοναδικός άνθρωπος που έχει πάθει έγκαυμα από το φεγγαρόφωτο. Η ιστορία του πως το έπαθε, είναι ένας χείμμαρος από σάλια, ένα καλειδοσκόπιο σκούρων, χρωματιστών δοντιών. Δεν καταλαβαίνεις γρι αλλά γίνεσαι αποδέκτης ενός λογιδρίου τόσο τονοτικού, σαν φυσικός χυμός, που τον πίνεις από τα αυτιά.
Αν περάσεις από ένα συγκεκριμμένο σοκάκι στο κάτω μέρος της πλατείας Κλαυθμώνος, πιθανόν να δεις μία μορφή να αμολάει ένα γάργαρο ρυάκι γεμάτο απωθητικές μυρωδιές, διαγράφοντας δουλικά πάντοτε την ίδια ροή, καταλήγοντας σε ένα δέλτα μακρινού υπονόμου κι αν τον πλησιάσεις θ' αρχίσει ξαφνικά να τρέχει μανιασμένα, πιτσιλώντας από εδώ, από εκεί καθώς και τον εαυτό του, γιατί μέσα στην τρομάρα του - γεννημένη από μια ανείπωτη τρέλα που δεν χωράει σε ιατρικές συνταγές - δε λογαριάζει το αμολυτό πουλί του, κινδυνεύοντας να φάει τα μούτρα του γιατί το παντελόνι του έχει πια φτάσει στους αστραγάλους του. Κι έτσι βλέπεις έναν δρομέα να μεταμορφώνεται σε βάτραχο, περνώντας από όλα τα στάδια του λακτίσματος. Λένε άλλωστε πως αν τον ακολουθήσεις, θα τον χάσεις αναπόφευκτα από τα μάτια σου σε μια στροφή τρεις δρόμους πιο πάνω, όπου κρύβεται η πισίνα ενός συντριβανιού ξεχασμένο από τους συντηρητές του εδώ και χρόνια.
Αν πάρεις την γραμμή 790 των νυχτερινών συγκοινωνιών, καλό είναι να στρίψεις ένα τσιγάρο όσο θα έχεις το κεφάλι σου να κρέμεται από το πίσω παράθυρο, γιατί μόνο από αυτή την γωνία θα μπορέσεις να παρατηρήσεις ένα κοντοπίθαρο τύπο που έχει βαλθεί να προσπεράσει το κεραιοφόρο ηλεκτροκίνητο τροχοφόρο και τελικά να τα παρατήσει λαχανιάζοντας, πιάνοντας τα γόνατά του και κρύβοντας το πρόσωπό του μέσα στις σκιές της ντροπής μίας ακόμης άτυχης προσπάθειας, να κερδίσει το στοίχημα της ζωής του.
Αν βρεθείς μέσα σε κάποιον στενόκωλο συναυλιακό χώρο με τον καπνό να ποτίζει τα μαλλιά και τα ρούχα σου, ρίξε μια ματιά μπροστά από το μικρόφωνο του τραγουδιστή κι αν δεν πάσχεις από κάποια ασθένεια οφθαλμολογικές κατηγορίας ή έχεις καταναλώσει πολύ αλκοόλ, θα δεις πάντα τον ίδιο τύπο να παρατηρεί κάποιον από την μπάντα σχεδόν παγωμένος, λες και στέκεται μπροστά σε έκθεμα γκαλερί και σκέφτεται να σβήσει ή όχι πάνω το τσιγάρο του.
Αντιθέτως, δεν θα συμβούλευα να βρεθεί κάποιος γύρω στις 04:50 κάτω από τον λόφο του Ιππείου Κολωνού, γιατί είναι η ώρα που βγαίνουν κάτι χαμίνια από τις κρυψώνες τους και σε πειράζουν φωνάζοντας τόσο πολύ, που σε πιάνει το κεφάλι σου κι αν δεν έχεις μαζί σου παυσίπονο ή ωτοασπίδες, τότε την έχεις βάψει γιατί δεν υπάρχει περίπτερο εκεί κοντά, ούτε φαρμακείο που τολμά να εφηρεύει και τότε αλίμονο, θα πρέπει να πληρώσεις τα χαμίνια πολύ ακριβά την παρακεταμόλη και το καουτσούκ μιας και πάντα τυχαίνει να σου επιδείξουν τις πραγματικές τους φιλοκερδείς διαθέσεις προς το τέλος των βασανιστηρίων τους.
Μα από όλους αυτούς τους παράξενους τύπους, υπάρχει ένας που τους ξεπερνά σε παραξενιά, πάντα διατιθέμενος να σε ξεναγήσει στα τοπία των τρελών του εμμονών, που αλίμονο αν ακολουθήσεις την παράλογη – γι’ αυτόν παράτολμη – πορεία του καβάλα στις σκιές, τότε μπορείς να παρασυρθείς σε έναν κόσμο, που μέχρι πρότινος θεωρούσες ανύπαρκτο κι ακαταλαβίστικο.
Θα ήθελα λοιπόν να σας συστήσω στον κύριο Ίσκιο, που κάνει αυστηρή δίαιτα σε βήματα πάνω στις σκιές των πραγμάτων και των έμβιων όντων. Αν είσαι τυχερός θα τον δεις να κάνει ακροβατικά, προσπαθώντας ν’ αποφύγει τα ευδιακρίτως φωτεινά σημεία ενός πεζοδρομίου, υφαίνοντας τους κανόνες ενός κόσμου που ζει μονάχος. Αν είσαι ακόμη πιο τυχερός θα τον δεις να σημαδεύει τις σκιές καθώς εκείνες πέφτουν αδιάφορες πάνω σε επιφάνειες, δίνοντάς τους ένα προσωρινό περίγραμμα με άσπρη κιμωλία.
Το επόμενο πρωινό μπορείς ν’ ακούσεις ξεκάθαρα τις βρισιές των καθαριστών κτιρίων, τακτικοί σαν πρωινοί παραγωγοί ραδιοφώνου.






2 σχόλια:
πήρα το βραδινό λεωφορείο, πάνω στις αράδες σου..έχοντας σε όλη τη διαδρομή το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι..
:)
Ανάρτηση Σχολίου